Θεομητορικό

Νύκτα Χριστουγέννων ! Η εμφάνιση της Παναγίας στις φυλακές της Ρουμανίας

unnamed

Φυλακές – κολαστήρια τής Ρουμανίας ! Από μία εικονογραφημένη αναπαράσταση τής εμφάνισης τής Παναγίας.

Οί παρακάτω λόγοι πού είπε η Παναγία μας : » Νά μή φοβᾶσαι! Νά μήν ἀμφιβάλλεις! Ἡ νίκη θά εἶναι τοῦ Ὑιοῦ μου! Ὁ κόσμος ἀνήκει στόν Χριστό! Έστω κι αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς. Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!».
Οί λόγοι αυτοί πρέπει να μάς βάλουν σε σοβαρές σκέψεις διόρθωσης τής ζωής μας, μιά καί ήδη ζούμε στά χρόνια τών καταστροφών καί όσων άλλων δεινών ήλθαν καί έρχονται…
Στο μεγαλομάρτυρα των αθεϊστικών φυλακών της Ρουμανίας Άγιο Βαλέριο Γκαφένκου (†18.2.1952) εμφανίστηκε η Παναγία,και τον στήριξε στο μαρτύριό του :
Τα Χριστούγεννα ο Βαλέριος ήταν αρκετά ζωογονημένος. Τη νύχτα εκείνη των αγγελικών ψαλμωδιών συνέθετε τα θαυμάσια κάλαντα των κρατουμένων στίς φυλακές του Τίργου Όκνα.Εκείνη τη νύχτα των Χριστουγέννων δε θα την ξεχάσω ποτέ ( διηγείται ο συγκρατούμενός και φίλος του Ιωάννης ). ..
— Ιωάννη, μού είπε, εσύ είσαι ο καλύτερός μου φίλος. Αλλά τώρα δεν έρχομαι σαν φίλος σε σένα. Έρχομαι να σου ζητήσω μια συμβουλή, να σου κάνω υπακοή. Θέλεις να με ακούσεις;
— Σε ακούω, απάντησα, αλλά δεν ξέρω αν είμαι άξιος για την εμπιστοσύνη σου σε μένα.
Ο Βαλέριος έκλεισε τα μάτια και μου είπε ήρεμος:
— Αυτή την νύχτα αγρυπνούσα. Περίμενα να ακούσω τη μελωδία από τα κάλαντα που συνέθετα. Ήθελα να είναι πολύ ωραία. Την έψαλλα στο νου μου. Την αισθάνθηκα να κατεβαίνει από τους ουρανούς.
Ήμουν άγρυπνος, νηφάλιος και ήρεμος όταν ξαφνικά σήκωσα τα μάτια μου και στην άκρη του κρεβατιού είδα την Παναγία, ντυμένη στα λευκά, όρθια, ζωντανή, πραγματική. Ήταν χωρίς το Βρέφος…
Η παρουσία της μου φαινόταν ζωντανή. Η Παναγία ήταν πραγματικά δίπλα μου. Ήμουν πολύ ευτυχής. Είχα ξεχάσει τα πάντα. Τότε Αυτή μου είπε:
«Εγώ είμαι η αγάπη σου! Να μη φοβάσαι! Να μην αμφιβάλλεις! Η νίκη θα είναι του Υιού μου! Αυτός αγίασε τώρα αυτό τον τόπο ( την Ρουμανία ; ) και τον ετοίμασε για όσα θα γίνουν στο μέλλον. Οι δυνάμεις του σκότους αυξάνουν και ακόμη θα φοβίζουν τον κόσμο, αλλά θα αφανιστούν.
Ο Υιός μου περιμένει τους ανθρώπους να επιστρέψουν στην πίστη. Σήμερα οι υιοί του σκότους είναι πιο ατρόμητοι από τους υιούς του φωτός. Έστω κι αν σας φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια πίστη στη γη, να ξέρετε ότι η απολύτρωση θα έλθει, αλλά με φωτιά και εμπρησμούς.
Ο κόσμος πρέπει ακόμη να υποφέρει. Εδώ, όμως, υπάρχει πολλή πίστη και ήρθα να σας ενθαρρύνω. Κρατείτε την ομολογία σας. Ο κόσμος ανήκει στον Χριστό!»
Μετά η Παναγία εξαφανίστηκε και εγώ έμεινα πλημμυρισμένος από ευτυχία.
Αισθανόμουν κι εγώ αγιασμένος, ανακαινισμένος, συμμετέχοντας στο θαύμα. Με συστολή, αλλά και με πεποίθηση του είπα απλά:
-Ο Θεός μας προστατεύει. Εμείς μπορούμε να πέσουμε, αλλά Αυτός θα νικά. Χρειαζόμαστε πίστη και τώρα μπορούμε να έχουμε περισσότερη. Να προσευχόμαστε!
( Από το συγκλονιστικό βιβλίο του Ιωάννη Ιανολίδε «Ρουμάνοι Ομολογητές και Μάρτυρες του 20ού αιώνα», εκδ. «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη , σελ. 171).
ΠΟΙΟΣ ΗΤΑΝ…
Υ.Γ. Υπήρξε ένας από τους σύγχρονους μάρτυρες και ομολογητές της Ορθοδόξου πίστεως στη Ρουμανία στην εποχή του ολοκληρωτικού αθέου καθεστώτος ήταν ο Βαλέριος Γκαφένκου.
Γεννήθηκε το 1921. Ενώ σπούδαζε Νομική και Φιλοσοφία στο Πανεπιστημίου του Ιασίου στο δεύτερο έτος φοιτήσεώς του, το 1941, φυλακίστηκε για τις χριστιανικές πεποιθήσεις του με ποινή 25 έτη φυλάκισης σε καταναγκαστικά έργα. Αγαπούσε και ζούσε την Ορθοδοξία και βοηθούσε με κάθε τρόπο τους συγκρατουμένους του στις φυλακές που έζησε. Ονομάστηκε “ο άγιος των φυλακών”.
Εξαιτίας των κακουχιών που υπέστη στις φυλακές προσβλήθηκε από φυματίωση και πέθανε στις 18 Φεβρουαρίου 1952 στο δεσμωτήριο του Τίργου Όκνα, ενώ είχε πάρει “πληροφορία” από τον Θεό για τον θάνατό του ημέρες πριν και είχε ενημερώσει τους στενούς συγκρατουμένους του. Στις φυλακές βίωσε την Χάρη του Θεού σε τέτοιο βαθμό, που ομολογούσε συνέχεια ότι ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου…
πηγή

Advertisements

«Ξένον τόκον ἰδόντες»: Θεολογικά παράλληλα στις ακολουθίες των Χριστουγέννων & του Ακάθιστου Ύμνου

jenon tokon

Γεώργιος Κουννούσιης, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος

Στην ακολουθία των Χριστουγέννων εντύπωση κάνουν οι στίχοι του Κοντακίου της εορτής, έργο του περίφημου υμνογράφου Ρωμανού του Μελωδού: «Ἡ Παρθένος σήμερον, τόν Ὑπερούσιον τίκτει, καί ἡ γῆ τό Σπήλαιον, τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι, μετά Ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δε, μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι˙ δι’ ἡμᾶς γἀρ ἐγεννήθη, Παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός»[1].

 

Η εορτή των Χριστουγέννων ιστορικά καθιερώθηκε στο χριστιανικό εορτολόγιο τον Δ΄ αιώνα μ.Χ. και στη λειτουργική της διαμόρφωση επέδρασε η προγενέστερη εορτή του Πάσχα. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, ιδίως κατά την προεόρτια περίοδο της εορτής των Χριστουγέννων, έδωσαν τα στοιχεία εκείνα ώστε οι δύο μεγάλες εορτές του χριστιανικού εορτολογίου να έχουν κοινή μορφή ακολουθιών. Ακόμη και η προπαρασκευαστική νηστεία των Χριστουγέννων απέκτησε κατά τον Ζ΄ αιώνα μ.Χ. την τεσσαρακονθήμερο διάρκειά της ελκυόμενη από το πρότυπο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής[2].

 

 

 

Παρόλα αυτά στην υμνολογία της Εκκλησίας μας ένα άλλο Κοντάκιο, αυτή τη φορά κατά την προεόρτιο περίοδο της εορτής του Πάσχα, επηρεάστηκε από την εορτή των Χριστουγέννων. Το Κοντάκιο αυτό είναι ο πολύ γνωστός και αγαπητός στους Χριστιανούς Ακάθιστος Ύμνος, έργο πιθανόν και αυτό του Ρωμανού του Μελωδού. Ουσιαστικά ο Ακάθιστος Ύμνος είναι το κοντάκιο της εορτής του Ευαγγελισμού με κύριο του θέμα το μυστήριο της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, του Ιησού Χριστού. Στους εικοσιτέσσερις (24) οίκους που έχουν αλφαβητική ακροστιχίδα παρουσιάζεται με πανέμορφο τρόπο στο πρώτο μισό το ιστορικό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της Γεννήσεως του Θεανθρώπου και στο δεύτερο μισό ακολουθεί η θεολογική επεξεργασία του μυστηρίου της Σαρκώσεως[3].

 

Ιδίως η Β΄ και η Γ΄ Στάση των Χαιρετισμών[4] επικεντρώνονται στους στίχους του Κοντακίου των Χριστουγέννων: οι Ποιμένες δοξολογούν την ‘’ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν’’, οι Μάγοι ακολουθούν τον ‘’θεοδρόμον Ἀστέρα’’, φθάνουν τον ‘’ἄφθαστον’’ και όταν τον αντικρίζουν χαίρονται, αφού στο πρόσωπό του αντιλαμβάνονται ‘’τόν πλάσαντα χειρί τούς ἀνθρώπους’’. Τον κατανοούν ως Δεσπότη, ο οποίος ‘’δούλου ἔλαβεν μορφήν’’ και σπεύδουν να του προσφέρουν τα πολύτιμά τους δώρα. Ακολούθως, οι Μάγοι εκπληρώνοντας τις Προφητείες της Παλαιάς Διαθήκης[5], γίνονται ‘’κήρυκες θεοφόροι’’, οι οποίοι επιστρέφοντας στη Βαβυλώνα κήρυξαν ‘’τόν Χριστόν ἅπασιν’’[6], αφήνοντας παράλληλα τον Ηρώδη που τους ανέμενε στα κρύα του λουτρού[7].

 

Ο ‘’ὑπερούσιος’’ που γεννήθηκε από την Παρθένο ‘’νέαν ἔδειξεν κτίσιν’’ και ‘’τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει’’ στη γη με τον ‘’ξένον τόκον’’ που έγινε φανερός, τόσο στους αγγέλους, όσο και στους ανθρώπους, ούτως ώστε να ‘’ξενωθούν τοῦ κόσμου’’ και να στρέψουν ‘’τόν νοῦν εἰς οὐρανόν’’. Ήταν τέτοιο το μεγαλείο του θαύματος αυτού του ‘’ξένου τόκου’’ ώστε ‘’πᾶσα φύσις ἀγγέλων, κατεπλάγη τό μέγα τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον’’. Ήταν τόσο μεγάλο το μυστήριο, δηλαδή, που ούτε ακόμη και οι Άγγελοι, οι υπηρέτες του Θεού, δεν γνώριζαν και φυσικά δεν κατανοούσαν. Ο ‘’ὑψηλός και ἀπρόσιτος Θεός ἐπί γῆς ἐφάνη ταπεινός ἄνθρωπος’’, ο οποίος ήρθε στον κόσμο με σκοπό ‘’ἐλκῦσαι πρός τό ὕψος’’ τους ανθρώπους. Ο ‘’πρό αἰώνων Θεός’’ έγινε προσιτός άνθρωπος που συνδιαλέγεται με τους ανθρώπους και ακούει τα προβλήματά τους. Παράλληλα, η Θεοτόκος παρά τον τόκο του Υιού της, παραμένει Παρθένος, αφήνοντας έτσι τους ‘’πολυφθόγγους ῥήτορας, ὡς ἰχθύας ἀφώνους’’, ενώ οι πιστοί Χριστιανοί απλά ‘’τό μυστήριον θαυμάζοντες’’ προσκυνούν τον ‘’ἀπερίγραπτο Λόγο’’, ο οποίος με ‘’συγκατάβαση θεϊκή’’ ‘’σάρξ ἐγένετο’’[8].

 

Για ποια αιτία, όμως, έγινε ο Θεός άνθρωπος; Επειδή ‘’σῶσαι θέλων τόν κόσμον, ὁ τῶν ὅλων κοσμήτωρ, πρός τοῦτον αὐτεπάγγελτος ἧλθε’’. Επομένως, η αιτία της Ενανθρωπήσεως του Χριστού ήταν η σωτηρία του ανθρώπου, αλλά και του κόσμου ολάκαιρου[9]. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, το έργο αυτό άρμοζε μόνο στο δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, ο οποίος έδωσε τη ζωή εξαρχής και ήταν δυνατόν και πρέπον να ανακαλέσει και σώσει τον διαπεσόντα άνθρωπο[10], καθώς και τη κτίση που ‘’συστενάζει καί συνωδίνει ἄχρι τοῦ νῦν’’[11].

 

Συνεπώς, ο Υιός και Λόγος του Θεού ‘’δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθη’’, επειδή ιδιαίτερο γνώρισμα της θείας φύσεως είναι η φιλανθρωπία. Και αφού ‘’αὐτεπάγγελτος ἧλθε’’ κάλεσε ‘’ὁμοίῳ γάρ τό ὅμοιον’’ με απώτερο σκοπό τον αγιασμό του. Όλ’ αυτά πραγματοποιήθηκαν «διότι είχε ανάγκη η ασθενήσασα ανθρώπινη φύση από θεράποντα ιατρό, επειδή είχε ανάγκη ο καταπεσών άνθρωπος από ανορθωτή, επειδή είχε ανάγκη του ζωοποιού αυτός που έχασε τη ζωή. Είχε ανάγκη να επαναφερθεί στο αγαθό αυτός που αποσπάστηκε από τη συμμετοχή στην αγαθότητα. Επειδή χρειαζόταν την παρουσία του φωτός, αυτός που φυλακίστηκε στο σκοτάδι. Διότι ζητούσε τον λυτρωτή ο αιχμάλωτος, το συναγωνιστή ο δεσμώτης, τον ελευθερωτή αυτός που ήταν κάτω από το ζυγό της δουλείας»[12].

 

Οι Χριστιανοί σε αντίθεση με τους Εθνικούς ειδωλολάτρες ‘’οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει παρά τόν Κτίσαντα’’[13], και γι’ αυτό το λόγο η Εκκλησία αντικατέστησε την λατρεία του Ήλιου για το χειμερινό ηλιοστάσιο με την εορτή των Χριστουγέννων καθιερώνοντάς την ακριβώς την ίδια μέρα, δηλαδή στις 25 Δεκεμβρίου. «Τα Χριστούγεννα έτσι έγιναν η κορωνίδα όλης της νοσταλγίας της ανθρωπότητας και η άσβεστη δίψα της για νόημα και καλοσύνη, και η αρχή μιας νέας θρησκευτικής εποχής στην οποία η λατρεία μεταφέρεται από τη φύση και τις τυφλές δυνάμεις στον Ένα που βρίσκεται υπεράνω της φύσεως κι όταν ακόμη καθρεφτίζεται μέσα της, και που ο Ίδιος είναι η πηγή, το περιεχόμενο και ο σκοπός όλης της ζωής. Η φυσική θρησκεία – η λατρεία της δημιουργίας και όχι του Δημιουργού – ανατράπηκε έτσι εκ των ένδον»[14].

 

Ο Υιός του Πατρός ‘’Θεός ὤν τέλειος, Ἄνθρωπος τέλειος γίνεται, καί ἐπιτελεῖται τό πάντων καινῶν καινότατον, τό μόνον καινόν ὑπό τον ἥλιον’’[15], όπως μας αναφέρουν οι Πατέρες της Εκκλησίας. Στο πρόσωπο του βρέφους του σπηλαίου της Βηθλεέμ όσοι πήγαν πρώτοι να προσκυνήσουν, οι Ποιμένες, οι Μάγοι καθώς και οι Άγγελοι, είδαν ‘’Εκείνον που ήταν και πρωταρχικός Ποιητής του κόσμου και του χρόνου, αλλά και Εκείνον που επ’ εσχάτων των ημερών ήλθε και εσαρκώθη και θα ξαναέλθει στη συντέλεια των αιώνων, δηλαδή τον Δημιουργόν και τον Καινουργόν και Σωτήρα όλου του κόσμου και όλου του γένους των ανθρώπων. Είδαν το πρόσωπο του Ιησού, τον προφητευόμενον και αναγγελλόμενον από τον Θεόν Σωτήρα, την ‘’προσδοκία όλων των Εθνών’’ (Γεν. 49,10), τον απεσταλμένον από τον Θεό, τον Μεσσία-Χριστό»[16].

 

‘’Ἄγνωστον μυστήριον’’ ονομάζει ο υμνωδός τη Γέννηση του Χριστού, ότι δηλαδή γεννήθηκε σαν άνθρωπος, όχι κάποιος προφήτης ή κάποιος άγγελος, αλλά ο ίδιος ο Θεός[17]. Μέσα από τη λατρευτική ζωή της Εκκλησίας ο κάθε πιστός Χριστιανός έχει τη δυνατότητα να ανακαλύψει «αυτό το βαθύ μυστήριο του κόσμου και καθετί που αποκαλύπτεται στους αγίους, στα παιδιά και στους ποιητές»[18].

 

Κλείνω το παρόν κείμενο με τα λόγια ενός κατεξοχήν μύστη της Ορθοδόξου παραδόσεως και ταπεινού υπηρέτη του αναλογίου, καθώς και της αγιογραφικής τέχνης που με απλότητα, αλλά συνάμα και με σοβαρότητα ερμήνευσε κάποτε το μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Θεού Λόγου: «το λοιπόν, επειδή ο άνθρωπος δεν μπορούσε να βγη μόνος του από την τυφλομάρα που έπαθε, ζώντας δίχως τη γνώση του Θεού, κατέβηκε στη γη ο ίδιος ο Θεός, και πήρε κορμί σαν το δικό μας κ’ έγινε άνθρωπος ίδιος με μας, για να μας βγάλει από την ψευτιά, και να μας γλυτώσει από τον πνευματικό θάνατο, δηλαδή τον πραγματικό θάνατο… Λοιπόν, ήρθε στον κόσμο ο Χριστός για να μας φέρει πάλι τη γνώση του Θεού, που την είχε χάσει ο άνθρωπος. Κι η γνώση του Θεού είναι η αιώνια ζωή»[19]. Και συνεχίζοντας σε άλλη ευκαιρία τη σκέψη του αναφέρει: «Και γιατί κατέβηκε ο Θεός ανάμεσά μας; Κατέβηκε ο Θεός σ’ εμάς, επειδή εμείς δεν ανεβαίναμε προς Εκείνον, γιατί η σαρκική φύση μας είναι βαρειά κι’ αμαρτωλή, βαρημένη από το προπατορικό αμάρτημα. Λοιπόν, για να μας σώση από το σκοτάδι της αμαρτίας, ήτανε ανάγκη να μπη μέσα σ’ ανθρώπινο σώμα, ο ‘’αχώρητος’’»[20].

 

 

 

[1] Κοντάκιο εορτής Χριστουγέννων, Μηναίον του Δεκεμβρίου, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σελ. 217.

[2] Φουντούλη Ι., Λογική Λατρεία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 19973, σελ. 328-335.

[3] Φουντούλη Ι., Λογική Λατρεία, ό.π., σελ. 63-71.

[4] Όσα αναφέρονται στην Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου βλ. Ωρολόγιο το Μέγα, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 200717, σελ. 533-537.

[5] Ψαλμ. 7, 10-11˙ Ησ. 55,5.

[6] Παπαθανασίου Θ., Με την ψυχή στα πόδια. Από το μνήμα το καινό στους δρόμους του κόσμου, Ἐν πλῷ, Αθήνα 2007, σελ. 97-102.

[7] Μθ. 2, 7-12.

[8] Ιω. 1, 14.

[9] Φλορόφσκυ π. Γ., Δημιουργία και Απολύτρωση, (μτφρ. Πάλλη Π.), Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983, σελ. 184: «Ο σκοπός και το αποτέλεσμα της Σαρκώσεως ορίστηκαν με ακρίβεια ως η Λύτρωση του ανθρώπου και η αποκατάστασή του στην αρχέγονη κατάσταση που καταστράφηκε από την πτώση και την αμαρτία. Η αμαρτία του κόσμου καταργήθηκε και απαλείφθηκε από τον Ενανθρωπήσαντα, και Αυτός μόνο, που ήταν Θεός και άνθρωπος, μπορούσε να το κάνει αυτό».

[10] Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός ο Μέγας, PG 45, 40C.

[11] Ρωμ. 8,22.

[12] Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος Κατηχητικός ο Μέγας, PG 45, 48ΑΒ.

[13] Ειρμός Ωδής Ζ΄ Κανόνα Ακάθιστου Ύμνου, Ωρολόγιο το Μέγα, ό.π., σελ. 526.

[14] Σμέμαν π. Α., Εορτολόγιο. Ετήσιος Εκκλησιαστικός κύκλος, (μτφρ. Ροηλίδη Ι.), Ακρίτας, Αθήνα 20052, σελ. 53-57.

[15] Ιωάννου Δαμασκηνού, Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως 45, PG 94, 984. Μάξιμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον περί διαφόρων απόρων 60, PG 90, 1136.

[16] Γιέφτιτς Α., (πρώην Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης), Χριστός η Χώρα των Ζώντων, Ίνδικτος, Αθήναι 2007, σελ. 68-69.

[17] Θεοτοκίον Δ΄ ήχου, Μεγάλου Εσπερινού Σαββάτου, Παρακλητική, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 20045, σελ. 173: «Τό ἀπ’ αἰῶνος ἀπόκρυφον καί ἀγγέλοις ἄγνωστον μυστήριον διά σοῦ, Θεοτόκε τοῖς ἐπί γῆς πεφανέρωται. Θεός ἐν ἀσυγχύτῳ ἑνώσει σαρκώμενος και σταυρόν ἑκουσίως ὑπέρ ἡμῶν καταδεξάμενος».

[18] Σμέμαν π. Α., Εορτολόγιο, ό.π., σελ. 64.

[19] Κόντογλου Φ., Χριστού Γέννησις. Το φοβερόν Μυστήριον, Αρμός, Αθήνα 2001, σελ. 18-19.

[20] Κόντογλου Φ., Χριστού Γέννησις, ό.π., σελ. 51-52.

Πηγη.www.pemptousia.gr

Η μητέρα της Παναγίας και το θαύμα της τεκνογονίας

Αγία Άννα: Η μητέρα της Παναγίας και το θαύμα της τεκνογονίας

Η Αγία Άννα μαζί με το σύζυγό της Ιωακείμ, έφτασαν ως τις μέρες μας να θεωρούνται από όλους τους χριστιανούς ως «οι προστάτες των άτεκνων ζευγαριών».

Για τη μητέρα της Θεοτόκου Άννα, δεν αναφέρουν τίποτα σχετικό τα Ευαγγέλια, ούτε τα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Σύμφωνα όμως με την παράδοση της Εκκλησίας, ο Ιερέας Ματθάν, κάτοικος της Βηθλεέμ, απέκτησε τρεις θυγατέρες: τη Μαρία, τη Σοβή και την Άννα.

Η Μαρία, αφού παντρεύτηκε στη Βηθλεέμ, γέννησε εκεί την Ελισάβετ, τη μητέρα του Ιωάννη του Βαπτιστή. Η Άννα παντρεύτηκε τον Ιωακείμ από τη Γαλιλαίο. Μετά από πολλά χρόνια ατεκνίας, απέκτησε κόρη, την Παρθένο Μαρία. Η παράδοση αναφέρει ότι οι γονείς της την αφιέρωσαν στην υπηρεσία του Ναού της Ιερουσαλήμ, σε ηλικία τριών ετών. Αυτοί δε μετά από λίγα χρόνια πέθαναν. Την Αγία Άννα τιμούσαν από τα αρχαία χρόνια. Το συμπεραίνουμε αυτό από διάφορους Πατέρες της Εκκλησίας, αλλά και από αρχαίους εκκλησιαστικούς ύμνους, που υπάρχουν προς τιμήν της μητέρας της Θεοτόκου. Επίσης, το έτος 550 μ.Χ., ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, αφιέρωσε ναό στην Κωνσταντινούπολη προς τιμήν της Αγίας Άννας. Μέρος της αριστεράς χειρός της Αγίας Άννης βρίσκεται στη Μονή Σταυρονικήτα Αγίου Όρους. Μέρος του αδιάφθορου αριστερού ποδός της Αγίας Άννης βρίσκεται στην ομώνυμη Σκήτη Αγίου Όρους. Μέρος του αδιαφθόρου δεξιού ποδός της Αγίας βρίσκεται στη Μονή Κουτλουμουσίου Αγίου Όρους.  Αποτμήματα του Ιερού Λειψάνου της Αγίας Άννης βρίσκονται στην ομώνυμη Μονή Λυγαριάς Λαμίας και στη Μονή Αγ. Ιωάννου Θεολόγου Σουρωτής. Μέρος αδιαφθόρου σαρκός της Αγίας βρίσκεται στη Συλλογή της ρωμαιοκαθολικής Διεθνούς Σταυροφορίας Αγίων Λειψάνων. Ένας καρπός της Αγίας Άννης βρίσκεται στο ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγ. Παύλου «ἐκτός τῶν Τειχῶν» Ρώμης.


Στη ζωή της Άγιας Άννας υπήρχε και ένα μελαγχολικό σύννεφο. Υπήρχε μια πίκρα διότι έμεινε στείρα. Ο Θεός, είχε δώσει στην ενάρετη ζωή της, για δοκιμασία, την στέρηση της μητρότητας. Τον καιρό, δε, εκείνο, η ατεκνία είχε φοβερές κοινωνικές συνέπειες. Ο άτεκνος εθεωρείτο περιφρονημένος και ντροπιασμένος από τον Θεό και τους ανθρώπους.
Κανένας δεν έτρωγε ψωμί μ’ αυτόν που δεν είχε παιδί. Όταν πήγαινε στην Εκκλησία καθόταν τελευταίος. Και αν έδινε λειτουργία, συνηθιζόταν να την δίνει τελευταίος στον Ιερέα. Ζητάει, λοιπόν, η Αγία Άννα να επιβλέψει ο Θεός στην ταπείνωση της και να της δώσει παιδί. Ζητάει ένα παιδί θειο δώρο, που θα τους απάλλασσε από την ντροπή της ατεκνίας. Και αυτό δεν το θέλει δικό της. Υπόσχεται και λέει: «Θά τό ἀφιερώσω Κύριε σέ Σένα».
Ο Θεός που αγαπάει το πλάσμα Του, είδε τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς τους, απάντησε στις θερμές προσευχές τους. Και πως έγινε αυτό; Έστειλε τον Αρχάγγελο Γαβριήλ στον Ιωακείμ που ήταν στο βουνό και του λέγει: «Χαῖρε Ἰωακείμ, καί εὐφραίνου, ἐγώ εἶμαι Ἀρχάγγελος Κυρίου καί ἦλθα νά σού πῶ, ὅτι πρόκειται νά γεννήσεις μία θυγατέρα, πού θά γεννήσει ἀπό τήν παρθενία τῆς τόν Βασιλιά τοῦ κόσμου καί Θεό. Ἄφησε λοιπόν τήν πολλή σου λύπη καί πικρία τῆς ψυχῆς σου καί πήγαινε στό σπίτι σου χαρούμενος. Φτάνουν οἱ τόσο πολλοί κόποι καί ἀναστεναγμοί. Ἄκουσε ό Θεός τή δέησή σου. Μόνο πήγαινε, πιστεύοντας στους λόγους μου και δόξαζε το Θεό».
Ακούγοντας αυτά ο Ιωακείμ πήγε αμέσως στην Άννα και της είπε τα:«Ἄννα, , ἐπήκουσε Κύριος της δεήσεώς σου καί συλλήψει καί γεννήσεις, καί λαληθήσεται τό σπέρμα σου ἐν ὅλη τή οἰκουμένη». Καί εἶπεν Ἄννα, «ζῆ Κύριος ὁ Θεός μου, ἐάν γεννήσω εἴτε ἄρρεν, εἴτε θῆλυ, προσάξω αὐτό δῶρον Κυρίω τῷ Θεῶ μου καί ἔσται λειτουργῶν αὐτῶ πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ».

Εκείνη λοιπόν τη νύχτα, συνέλαβε η άγια Άννα τη Δέσποινα Θεοτόκο από τη σπορά του Ιωακείμ, γιατί μόνο ο Χριστός, γεννήθηκε χωρίς σπορά ανδρός. Ακολούθησαν ευτυχείς ημέρες απερίγραπτης χαράς για τους ευσεβείς Ιωακείμ και Άννα. Μετά τη γέννα, στις οχτώ μέρες, ήταν συνήθεια στους Εβραίους, οι γονείς του παιδιού να καλούν τους ιερείς, να τους φιλεύουν και να βάζουν το όνομα του παιδιού. Σύμφωνα, λοιπόν, με τη συνήθεια αυτή, ο Άγιος Ιωακείμ και η Αγία Άννα καλέσανε τους ιερείς, τους φιλέψανε και ονομάσανε Μαριάμ. Το όνομα Μαριάμ σημαίνει Βασίλισσα. Σημαίνει επίσης, δώρο, ελπίδα, κυρία, Ωραία. Ήταν η πιο άγια γυναίκα, Άφθαρτη και Αμόλυντη και γι’ αυτό λέγεται Παναγία. Επί τρία ολόκληρα χρόνια χαρήκανε οι ευλαβείς γονείς την μικρή χαριτωμένη κόρη τους, έχοντάς την ανάμεσα τους και υμνολογώντας ευχαριστίες στο Θεό. Μόλις περάσανε τα τρία χρόνια, θυμήθηκαν οι γονείς της αυτό που τάξανε στο Θεό. Να χαρίσουν δηλαδή τη θυγατέρα τους στην Εκκλησία. Η Αγία Άννα για να τηρήσει την υπόσχεση της στο Θεό και να δώσει αυτό που έταξε, από τη διαδοχή του γένους της. Είπε λοιπόν: «Μόνο να γίνει αυτό που έταξα στο Θεό και ας μείνω χωρίς κληρονόμο, και ας μείνουν τα υπάρχοντα μου σε χέρια άλλων».

Πηγή: http://www.dogma.gr/

Μοσχοβόλαγε όπως το λείψανο της Αγίας Άννας!



Ό ασκούμενος στα Κατουνάκια του Άγιου «Ο­ρους πατήρ Μάξιμος, πού έχει σπουδάσει Φυσικός, μας διηγήθηκε τα έξης:
«Μια χρονική περίοδο πριν γίνω μοναχός, είχα πολλούς πειρασμούς.Ο Γέρων Άνθιμος που ήταν πνευματικός μου και που ήξευρε τις μεθοδείες του διαβόλου, μου συνιστούσε να κάνω υπομονή λέγον­τας μου:
– Κάνε υπομονή και ό Θεός θα σε επιβραβεύσει και πολλά καλά θα σου δώσει.

Ό πειρασμός, όμως, δεν υποχωρούσε και κάθε φορά ό Γέρων επαναλάμβανε τα ίδια λόγια. Από τις πολλές, όμως, φορές κλονίστηκα και έβαλα λογισμό: «Αν ό Γέρων είναι άνθρωπος του Θεού κάτι θα μου φανερώσει. Αυτή την φορά με βαθύ πόνο πλησίασα τον Γέροντα, πού για πρώτη φορά με υποδέχθηκε με υπερβολική χαρά και,οταν πήγα να του φιλήσω το χέρι, αυτό μοσχοβολούσε σαν το λείψανο της Άγιας Άννης, πού φυλάσσεται στο Κυριάκο της Σκήτης. Το άφησα και το ξανάπιασα και τότε ή ευωδιά ήταν έντονώτερη. Μου είπε με πολλή χάρη:
– Παιδί μου, έχε εμπιστοσύνη στον Θεό και αυτό πού θέλεις θα γίνει σύντομα.

Πράγματι από εκείνη την στιγμή σταμάτησε ό πειρασμός.

Τα χρόνια, όμως, κύλησαν και ό Γέρων, όπως κά­θε θνητός, άπεδήμησε προς την ουράνια πατρίδα. Ό υποτακτικός του Γέροντος, πατήρ Χερουβείμ, με παρεκάλεσε να γράψω δυο λόγια από την βιοτή του Γέ­ροντος, για να τα διαβάσει στο τεσσαρακονθήμερο μνημόσυνο του. Είχα, όμως, στην διάθεση μου λιγό­τερο από δυο ημέρες και ή πίεση του χρόνου με έκα­νε να υποφέρω.Ηταν ήδη έξι ή ώρα το απόγευμα, αλλά έφερα στην μνήμη μου τον Γέροντα, γαλήνεψα και έκανα υπακοή. «Εφυγα για τα Κατουνάκια τρέχοντας. «Ηθελα με πολλή ευχαρίστηση να καταθέσω μια όμορφη μαρτυρία της ζωής του Γέροντος, άλλά ό χρόνος ήταν λίγος. Στίς οκτώ το βράδυ ξεκίνησα να γράφω. Μέχρι τις εννέα δεν πήγαινε το χέρι μου. Ε­πικαλέστηκα τότε τον Γέροντα και ζήτησα την βοή­θεια του. Σέ δέκα λεπτά ξεκαθάρισε το μυαλό μου και άρχισα να γράφω. Σέ μισή ώρα είχα γεμίσει τρεις σελίδες. Το ξαναδιάβασα. Μου άρεσε. Λέγω πάλι:

– Γέροντα, είναι καλό αυτό που έγραψα;

Τότε μου ήλθε μια ευωδιά, όμοια με εκείνη πού εί­χα αισθανθεί παλαιότερα, όταν του φίλησα το χέρι, την ευωδιά του λειψάνου της Αγίας «Αννης.Νοερά συγκατένεψε ό Γέροντας, είπα μέσα μου»

Από το βιβλίο»Γέρων Άνθιμος ο Αγιαννανίτης»,Εκδ.Μυγδονία,Θεσ/νικη 2000/proskynitis.blogspot.com

Η ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΟΛΥΜΠΙΩΤΙΣΣΑΣ.

πηγή φωτογραφίας: mycitynet.gr

Φυλάσσεται στην ομώνυμη Ιερά Μονή της Παναγίας Ολυμπιώτισσας στην Ελασσόνα.

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Ολυμπιώτισσας
πηγή φωτογραφίας: dim-verdik.lar.sch.gr
Η ονομασία «Παναγία Ολυμπιώτισσα» οφείλεται στο γεγονός ότι η εικόνα προέρχεται από κάποιο παλιό μοναστήρι της Καρυάς Ολύμπου που όταν αυτό διαλύθηκε, η εικόνα μεταφέρθηκε στη μονή της Ελασσόνας.
Δεν γνωρίζουμε την ημερομηνία αυτής της μεταφοράς διότι χάθηκαν τα παλιά ιστορικά στοιχεία κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπως αναφέρεται σε ένα χειρόγραφο της μονής, όμως από το ίδιο χειρόγραφο προκύπτει ότι σύμφωνα με την προφορική παράδοση παλαιότερων πατέρων της μονής η μεταφορά έγινε κατά τους βυζαντινούς χρόνους και συνδέεται μάλιστα με ένα θρύλο, σύμφωνα με τον οποίο, μετά τη διάλυση της μονής της Καρυάς, η εικόνα της Παναγίας με θαυματουργικό τρόπο ξεκίνησε για να έρθει μόνη της στη μονή της Ελασσόνας.
Λεπτομέρεια της εικόνας που έχει διαστάσεις 0,66 x 0,58 εκατοστά
και την πέτρα σφηνωμένη επάνω της
Τη νύχτα, ένας βοσκός είδε να βγαίνει ένα περίεργο φως από σωρό αγρίων χόρτων της περιοχής.

Επειδή φοβήθηκε, έριξε μια πέτρα προς το μέρος από όπου έρχονταν το φως. Ευθύς αμέσως ένιωσε να παραλύει το χέρι του και τρομαγμένος έτρεξε στην Καρυά και διηγήθηκε το γεγονός στους συγχωριανούς του.

Την επόμενη μέρα πήγαν όλοι μαζί στο σημείο εκείνο και, αφού έψαξαν, βρήκαν την εικόνα της Παναγίας στην οποία ήταν σφηνωμένη η μικρή πέτρα που είχε πετάξει ο βοσκός. Αμέσως ο βοσκός μετενόησε και το χέρι του έγινε καλά, και οι κάτοικοι της Καρυάς με λιτανεία μετέφεραν την εικόνα στη μονή της Ελασσόνας όπου βρίσκεται και τιμάται μέχρι σήμερα.

Οι κάτοικοι του τόπου θέλοντας να εκφράσουν τις ευχαριστίες τους για την βοήθεια της Παναγίας στην απελευθέρωση της πόλης το 1912, κάθε χρόνο στις 5 Οκτωβρίου (παραμονή της επετείου της απελευθέρωσης) συνοδεύουν σε πομπή λιτανείας την ιερή και θαυματουργή εικόνα από την μονή έως τον  Μητροπολιτικό Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου στο κέντρο της πόλης.
Η Εικόνα έχει διαστάσεις 66 x 58 εκατοστά και καλύπτεται με μία ασημένια επένδυση που και αυτή είναι επίσης εικονογραφημένη, ενώ χωρίς αυτήν οι διαστάσεις της εικόνας είναι μόνο 11 x 7 εκατοστά.

Είναι ζωγραφισμένη πάνω σε ξύλο ενώ παριστάνεται όρθια χωρίς το θείο βρέφος, με σταυρωμένα τα χέρια σε στάση προσευχής και επάνω στην εικόνα υπάρχει η συντομογραφία «Μήτηρ Θεού» που παραπέμπει στην τεχνοτροπία των βυζαντινών χρόνων, ενώ σε εμφανές σημείο υπάρχει και η μικρή πέτρα σφηνωμένη.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΛΕΞΙΔΑ ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΖΗΣΕ

Το θαύμα της Παναγίας στον Κώστα Χαρδαβέλα.

Λόγος στα Είσόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου Ἁγίου Πρόκλου Πατριάρχου Κων/πόλεως

Eisodia-Stavronikita-lept-oval-2

Νά πάλι ἑορτή.

Νά πάλι πανηγύρι.

Νά πάλι χαρούμενο ἀναψοκέρι γιά τήν μητέρα τοῦ Κυρίου.

Νά ἡ προπόρευσις τῆς ἀψεγάδιαστης νύμφης.

Νά τό πρῶτο ξεπροβόδισμα τῆς βασιλίσσης.

Νά τό σίγουρο σημάδι γιά τήν δόξα πού τήν περιμένει.

Νά προάγγελος τῆς χάριτος πού πρόκειται νά τήν ἐπισκιάση.

Νά γνώρισμα, πού φαίνεται ἀπό μακρυά, τῆς ὑπερβολικῆς της καθαρότητος.

Διότι ἐκεῖ πού ὁ ἱερέας εἰσερχόμενος ὄχι πολλές φορές, ἀλλά μόνον μία φορά τόν χρόνο, τελεῖ τίς μυστικές λατρεῖες, ἐκεῖ γιά νά παραμένη μόνιμα ὁδηγεῖται ἀπό τούς γονεῖς της οἱ ὁποῖοι ἀναδεικνύονται ἔτσι λειτουργοί τῆς χάριτος.

Ποιός γνώρισε παρόμοια περίπτωσι στό παρελθόν; Ποιός εἶδε ἤ ἄκουσε τώρα ἤ ἀπό παληά κορίτσι νά ὁδηγεῖται βαθειά στά Ἅγια τῶν ἁγίων, αὐτά πού, παρά λίγο θά ἦταν ἀπλησίαστα καί γιά τούς ἄνδρες, καί σ᾽ αὐτά νά μένη καί νά τρέφεται; Ἄραγε δέν εἶναι αὐτό τρανή ἀπόδειξις τῶν ἀσυνήθιστα μεγάλων θαυμασίων πού θά τῆς γίνουν μελλοντικά; Ἄραγε δέν εἶναι σημάδι ξεκάθαρο; Ἄραγε δέν εἶναι σίγουρη ἀπόδειξις;

Ἄς μᾶς δείξουν ὅσοι κακολογοῦν ἐναντίον της, καί ἐνῶ βλέπουν εἶναι σάν νά μή βλέπουν: Ποῦ τά εἶδαν αὐτά, δηλ. κόρη καί μάλιστα μόλις τριῶν ἐτῶν, πού γεννήθηκε μέ θεία ὑπόσχεσι, νά προσφέρεται ὡς δῶρο τέλειο καί γιά νά ζήση ἐκεῖ, καί νά συνοδεύεται ἀπό τούς πλουσίους τοῦ λαοῦ, νά ὁδηγεῖται μέ λαμπάδες, καί νά παραλαμβάνεται ἀπό τά γνώριμα χέρια τῶν ἱερέων καί τῶν προφητῶν; Γιατί δέν θέλησαν νά ἔρθουν στά καλά τους; Γιατί, ἐνῶ ἔβλεπαν τά πρῶτα σημάδια, δέν πίστεψαν στά κατοπινά; Γιατί ἐνῶ προϊδεάσθηκαν ἀπό τά παράξενα καί διαφορετικά, δέν ἀποδέχθηκαν τά ὅσα ἔγιναν μετά;

Διότι, ὅσα ἔγιναν στήν ἀρχή γύρω ἀπό αὐτήν, δέν ἦσαν συμπτωματικά καί τυχαῖα, ἀλλ᾽ ὅλα ἦταν προμηνύματα γιά ὅσα θά γίνονταν στή συνέχεια.

Ἐπί τέλους ἄς μᾶς ποῦν τίς ματαιοπονίες τους αὐτοί πού θεωροῦνται σοφοί. Γιατί ἡ θυγατέρα καμμιᾶς ἀπό τίς στεῖρες πού γέννησαν δέν ὁδηγήθηκε στά ἅγια τῶν ἁγίων καί δέν παραλήφθηκε ἀπό τούς προφήτας;

Σίγουρα, αὐτοί πού λεπτολογοῦν πάνω σ᾽ αὐτά, τίποτα δέν εἶχαν νά ποῦν, ὅπως (δέν εἶχαν νά ποῦν τίποτα) καί οἱ μεταγενέστεροι ὁμόφρονές τους γιά τόν υἱό ἐκείνης, ἀλλ᾽ ἁπλῶς σήκωναν τούς ὤμους μέ τήν ἀπορία· «Ἄραγε τί θά γίνη αὐτό τό παιδί;» Τίποτε ἀπολύτως δέν εἶχαν νά ποῦν.

Σίγουρα μποροῦν νά πορεύωνται τόν δρόμο τῆς ἀπωλείας ὅσοι ἔχουν πλανεμένη πίστι, καί εἶναι ἐλεύθεροι νά πέφτουν στόν λάκκο πού μόνοι τους ἔσκαψαν.

Ὅμως ἐμεῖς, ὁ περιούσιος λαός τοῦ Θεοῦ, ἱερεῖς καί ἄρχοντες, δοῦλοι καί ἐλεύθεροι, τεχνῖτες καί γεωργοί, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἐλᾶτε νά συγκεντρωθοῦμε πρός τιμήν τῆς Θεοτόκου καί, κατ᾽ οἰκονομίαν, νά παρακολουθήσωμε ὅσα θαυμαστά τῆς ἔγιναν. Πῶς δηλ. προσφέρεται σήμερα ἀπό τούς γονεῖς της, ἡ καθ᾽ ὅλα ἱερή, στό ναό τοῦ Θεοῦ, καί ἀπό τούς ἱερεῖς τοῦ Θεοῦ ὁδηγεῖται. Πῶς ὁ προφήτης αὐτήν τήν δέχεται μέσα στό ναό καί τήν εἰσάγει στά ἄδυτα, χωρίς ἀντίρρησι, χωρίς νά πῆ στούς γονεῖς της·

Δέν τό κάνω αὐτό τό πρωτόφαντο τόλμημα καί νά φέρω ἕνα κορίτσι νά ζῆ συνέχεια στά ἅγια τῶν ἁγίων, ὅπου μόνον σέ ἐμένα μία φορά τό χρόνο μοῦ δόθηκε ἡ ἐντολή νά μπαίνω. Ὁ προφήτης ἐκεῖνος τίποτε ἀπό αὐτά δέν εἶπε, ἀλλά τή δέχεται μέ προθυμία, ὡσάν νά προγνώριζε αὐτό πού θά γινόταν, ἐξ ἄλλου προφήτης ἦταν, σίγουρα ἐπειδή τήν περίμενε καί τήν ἀνέμενε, ὅπως τόν υἱό της μετά ἀπό αὐτήν ὁ Συμεών.

Ἔπειτα, ἀφοῦ χαιρέτησε βιαστικά τήν μητέρα, καί κρατώντας ἀπό τά χέρια τήν κόρη τήν προσφώνησε μέ αὐτά τά λόγια· Ἀπό ποῦ καί πῶς ἦρθες ἐδῶ, γυναῖκα, καί ποιός ὁ σκοπός τῆς πράξεώς σου; Καί πῶς, ἐνῶ δέν ἔχεις προηγούμενο παράδειγμα, ἔφερες καί ζητᾶς νά γίνη τοῦτο τό νέο δρᾶμα, πού δέν ἀκούσθηκε ἄλλη φορά, δηλ. νά ὁδηγεῖται κόρη καί νά ζῆ κάτω ἀπό τήν σκέπη τοῦ ναοῦ στά ἅγια; Πές μας ποιό εἶναι τό ἐπιχείρημά σου, ἡ δικαιολογία σου, καί τί ἔχεις στό μυαλό σου;

Ἐγώ, εἶπε στόν προφήτη ἡ συνώνυμη μέ τή χάρι γυναῖκα, προέρχομαι ἀπό ἱερατική γενηά, ἀπό τήν φυλή τοῦ Ἀαρών, ἔχω ρίζα προφητική καί βασιλική. Καί ἔγινα ἕνα κλαδί ἀπό Δαβίδ, τόν Σολομῶντα τούς διαδόχους τους, καί, ἐπί πλέον, εἶμαι συγγενής τῆς γυναῖκας σου Ἐλισάβετ. Μετά, στόν κατάληλο καιρό, συνδέθηκα μέ ἄνδρα κατά τό θέλημα τοῦ Δεσπότου. Βρέθηκα ὅμως στεῖρα καί ἄγονος γιά ἀρκετό καιρό καί ἐπειδή δέν μπόρεσα νά βρῶ κανένα φάρμακο, πού θά μέ ἀπάλλασε ἀπό τή συμφορά, κατέφυγα πρός τό Θεό τό μόνο κυρίαρχο, πού μπορεῖ νά δίνη διέξοδο στίς δυσκολίες, καί σ᾽ αὐτόν ἄνοιξα μέ σοβαρότητα τό στόμα μου, σ᾽ αὐτόν πού εἶναι ὁ μόνος φιλάνθρωπος, καί μέ πόνο καρδίας καί μέ δάκρυα στά μάτια ἔκραξα καί αὐτά τοῦ εἶπα·

Ὦ Κύριε, Κύριέ μου, ἀπευθύνομαι σέ σένα πού ἀκοῦς ἀμέσως τήν φωνή τῶν πονεμένων ψυχῶν.

Γιατί μέ διαφοροποίησες ἀπό τή φύσι τῶν προγόνων μου;

Γιατί μέ θεατρίνισες στήν γενιά μου, καί ἔκανες τά μέλη τῆς φυλῆς μου νά κινοῦν τό κεφάλι τους μέ νόημα;

Γιατί μέ ἔκανες συμμέτοχο τῆς κατάρας τῶν προφητῶν, δίνοντάς μου μήτρα ἄτεκνη καί μαστούς στερημένους ἀπό γάλα;

Γιατί ἀπέρριψες τίς προσφορές μου ὡς ἄτεκνης;

Γιατί μέ ἄφησες νά γίνω περίγελως στούς γνωστούς γείτονές μου;

Ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου Κύριε, ἄκουσε τήν προσευχή μου Δέσποτα, λυπήσου με Ἅγιε, κάνε με ὅμοια μέ τά πουλιά τοῦ οὐρανοῦ, μέ τά θηρία τῆς ξηρᾶς, μέ τά ψάρια τῆς θαλάσσης, διότι καί αὐτά εἶναι γόνιμα μπροστά σου. Νά μή φανῶ, Ὕψιστε, ἐγώ, πού ἀπό σένα ἔγινα σύμφωνα μέ τήν δική σου εἰκόνα, χειρότερη ἀπό τά ἄλογα ζῶα.

Κοντά σέ αὐτά πού εἶπα πρόσθεσα καί τοῦτο· Διότι δικό σου Δέσποτα, θά εἶναι δῶρο εὐχαριστήριο, σάν ἱερό τάμα, καί δῶρο πολύτιμο αὐτό, πού μοῦ δωρήθηκε ἀπό σένα τόν πλουσιότατο δωρητή τῶν τελείων χαρισμάτων.

Αὐτά ἐγώ (ἔλεγα) ὅσο βρισκόμουν ὑπαίθρια στόν δικό μου κῆπο, ρίχνοντας τό βλέμμα μου στούς οὐρανούς καί κτυπώντας τό στῆθος μου μέ τά χέρια μου ἔκραζα πρός τούς οὐρανούς. Ὁ δέ σύζυγός μου ἐνῶ βρισκόταν ὁλομόναχος στό βουνό καί γιά σαράντα μερόνυχτα νήστευε, καί γιά τόσα ἐκλιπαροῦσε τόν Θεό.

Ἔτσι λοιπόν ὁ φιλάνθρωπος Κύριος πού εἶναι πάντα πρόθυμος νά δείξη τόν οἶκτο του, ἀφοῦ κάμφθηκε ἀπό τίς προσευχές καί τῶν δυό μας, ἔστειλε τόν ἄγγελό του νά μᾶς ἀναγγείλη τή σύλληψι τῆς θυγατρός μας.

Ἀμέσως λοιπόν, ἀφοῦ διατάχθηκε ἡ φύσις ἀπό τό Θεό, ἀποδέχθηκε τό σπέρμα. Διότι αὐτή δέν εἶχε τολμήσει νά τό δεχθῆ, πρίν ἀπό τή θεία χάρι, παρά μόνον ἀφοῦ ἐκείνη πρώτη εἰσῆλθε, καί ἀφοῦ ἔτσι πέρασε, ἄνοιξε ἡ μήτρα τίς δικές της πύλες, καί ἀφοῦ δέχθηκε αὐτό πού τῆς ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός, τό κράτησε μέσα της μέχρι πού, μέ τή χάρι τοῦ Θεοῦ, τό σπέρμα πού τοποθετήθηκε μέσα της, βγῆκε στό φῶς.

Εὐχαριστῶ τό Θεό μου μέ ὅσες εὐχαριστίες συνέθεσαν τά χείλη μου καί ἐκφώνησε τό στόμα μου μέσα στή θλῖψι μου. Καί γι᾽ αὐτό τό λόγο συγκέντρωσα τό χορό τῶν παρθένων, συγκάλεσα τούς ἱερεῖς, ξεσήκωσα τούς συγγενεῖς, καί σέ ὅλους ἔλεγα τά παρακάτω·

Χαρεῖτε ὅλοι μαζί μου, διότι σήμερα ἀναδείχθηκα καί μητέρα καί ἀφιερώτρια, πού πρόσφερα τό δικό μου τέκνο ὄχι σέ ἐπίγειο βασιλέα, οὔτε ἦταν πρέπον, ἀλλά πού τό ἀφιέρωσα στόν ἐπουράνιο βασιλέα, ἀφοῦ ἦταν καί δικό του δῶρο.

Νά δεχθῆς λοιπόν, ὦ προφήτα τή δική μου θυγατέρα, νά τή δεχθῆς καί νά τήν εἰσαγάγης καί νά τή ριζώσης σέ τόπο ἁγιασμοῦ, καί νά ἑτοιμασθῆ γιά νά γίνη κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά περιεργάζεσαι τίποτε, μέχρις ὅτου ἐπιτρέψει νά πραγματοποιηθοῦν τά σχετικά μέ αὐτήν, αὐτός πού προτρέπει νά μείνει αὐτή ἐδῶ.

Αὐτά τά λόγια ἀφοῦ τά ἄκουσε ὁ Ζαχαρίας, ἀμέσως ἀπάντησε στή γυναῖκα καί εἶπε· Εὐλογημένη ἡ ρίζα σου πάντιμε, δοξασμένη ἡ μήτρα σου φίλανδρε καί πιό δοξασμένη ἡ ἀφιέρωσί σου φιλόθεε.

Μετά, ὅλος χαρά καί ἔχοντας στά χέρια του τήν κόρη, πρόθυμα τήν προσφέρει στά ἅγια τῶν ἁγίων, λέγοντας περίπου αὐτά τά λόγια πρός αὐτήν·

Ἔλα ἐκπλήρωσις τῆς προφητείας μου.

Ἔλα ἔργο τῶν ἐδῶ συζύγων.

Ἔλα ἐπισφράγισμα τῆς διαθήκης του.

Ἔλα τό τέλος τῶν θελημάτων του.

Ἔλα φανέρωσις τῶν μυστηρίων του.

Ἔλα ὅραμα ὅλων τῶν προφητῶν.

Ἔλα ἕνωσις τῶν παλιά χωρισμένων.

Ἔλα στήριγμα τῶν ταπεινωμένων.

Ἔλα ἀνανέωσις τῶν παλιωμένων.

Ἔλα φῶς τῶν ὅσων βρίσκονται στό σκοτάδι.

Ἔλα τό πιό κανούριο καί θεῖο δώρημα.

Ἔλα Δέσποινα ὅλων τῶν θνητῶν, μπές στή δόξα τοῦ Κυρίου σου, τώρα μέν στήν κάτω καί πού πατεῖται, μετά ἀπό λίγο δέ στήν ἄνω καί ἄβατη στούς ἀνθρώπους.

Ἔτσι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἀφοῦ μίλησε πρός τήν κόρη ὁ ἱερέας, τήν ὁδήγησε καί τήν ἄφησε ἐκεῖ πού τῆς ταίριαζε στό ναό τοῦ Θεοῦ, σάν σέ νυφικό δωμάτιο, καταχαρούμενη καί πολύ εὐχαριστημένη, τρίχρονη ὡς πρός τήν ἡλικία, ἀλλ᾽ ὡς πρός τό Θεό τῶν ὅλων καθ᾽ ὅλα τελεία.

Ἔμεινε λοιπόν αὐτή στά ἐσώτερα ἅγια τῶν ἁγίων, τρεφομένη ἀπό ἄγγελο μέ τροφή ἀμβροσίας καί ποτιζομένη μέ θεῖο νέκταρ, μέχρι τήν εἴσοδό της στήν ἐφηβεία. Καί τότε, μέ θεῖο νεῦμα καί μέ τή γνώμη τῶν ἱερέων δίνεται γι᾽ αὐτήν κλῆρος, καί μέ κλῆρο παίρνει τήν ἁγία αὐτή Παρθένο ὁ Ἰωσήφ ὁ δίκαιος καί κατ᾽ οἰκονομίαν τήν παραλαμβάνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ καί τῶν ἱερέων του, γιά νά ξεγελασθῆ ὁ ἀρχέκακος ὄφις, γιά νά μήν προσβάλη τήν καθαρή κόρη ὡς παρθένο, ἀλλά νά τήν προσπεράση ὡς μνηστευμένη.

Βρισκόταν λοιπόν ἡ πεντακάθαρη στό σπίτι τοῦ τέκτονος Ἰωσήφ φυλασσόμενη γιά τόν ἀρχιτέκτονα Θεό, μέχρις ὅτου πραγματοποιήθηκε σ᾽ αὐτήν τό πρίν ἀπό ὅλους τούς αἰῶνες κρυφό καί ἅγιο μυστήριο, καί ἀπό αὐτήν ὁ Θεός ἔγινε ὅμοιος μέ τούς ἀνθρώπους. Ἀλλά τοῦτο εἶναι θέμα ἄλλης πραγματείας καί εὐκαιρίας, πού ἄν τό ἐπιτρέψη ὁ καιρός θά γίνη ὁ ἀναγκαῖος λόγος. Τώρα στό προκείμενο πάλι, νά ἐπανέλθη ὁ λόγος καί, μέρα πού εἶναι, νά δοξολογηθοῦν σήμερα τά εἰσόδια.

Πήγαινε λοιπόν, ὦ Δέποινα Θεομῆτορ, πήγαινε στήν κληρωμένη θέσι σου, καί βάδιζε κοντά στόν Κύριο νά χαίρεσαι καί ἀγάλλεσαι, νά τρέφεσαι καί νά ἐλπίζης, περιμένοντας ἀπό μέρα σέ μέρα, τόν ἐρχομό μέσα σου τοῦ Παναγίου Πνεύματος, τήν ἐπισκίασι τῆς δυνάμεως τοῦ Ὑψίστου, καί τή σύλληψι τοῦ υἱοῦ σου, σύμφωνα μέ τήν προσφώνησι πού σοῦ ἔκανε ὁ Γαβριήλ.

Καί νά χαρίσης, σέ ὅσους τελοῦν τήν ἑορτή σου, τήν βοήθειά σου, τήν σκέπη σου καί τήν προστασία σου, σώζωντάς τους πάντοτε, μέ τίς ἱκεσίες σου, ἀπό κάθε ἀνάγκη καί κινδύνους, ἀρρώστιες καί δοκιμασίες καί διάφορες συμφορές, καί ἀπό τή μέλλουσα ἀπειλή τοῦ υἱοῦ σου.

Ὡς μητέρα τοῦ Δεσπότου καί τελεία δόσις τῶν ἐπιθυμητῶν, κατάταξέ τους σέ τόπους φωτός, εὐφροσύνης καί εἰρήνης. Νά γίνουν ἄλαλα τά πονηρά χείλη πού κακολογοῦν μέ ὑπερηφάνεια καί περιφρόνησι ἐσένα τή δίκαιη. Νά ἐκμηδενισθῆ ἡ παρουσία τους μέσα στήν πόλι σου, νά ντραποῦν καί νά σβήσουν, καί νά καταλάβουν ὅτι τό ὄνομά σου εἶναι Δέσποινα καί ὅτι ἐσύ εἶσαι ἡ μόνη Θεόνυμφος Θεοτόκος.

Ἐμεῖς ἐσένα μέ πίστι σέ εὐλογοῦμε, μέ πόθο σέ δοξολογοῦμε καί μέ φόβο σέ προσκυνοῦμε, πάντοτε ἐσένα μεγαλύνοντες καί μέ σεβασμό μακαρίζοντες.

Διότι πράγματι εἶναι μακάριος ὁ πατέρας σου ἀπό τούς ἀνθρώπους καί ἡ μητέρα σου ἀπό τίς γυναῖκες.

Μακάριο τό σπίτι σου

Μακάριοι οἱ γνωστοί σου

Μακάριοι ὅσοι σέ εἴδανε

Μακάριοι ὅσοι σοῦ μίλησαν

Μακάριοι οἱ τόποι σου

Μακάριος ὁ ναός στόν ὁποῖο σέ ἀφιερώσανε,

Μακάριος ὁ Ζαχαρίας πού σέ ἀγκάλιασε.

Μακάριο τό κρεββάτι σου.

Μακάριος ὁ τάφος σου.

Διότι ἐσύ εἶσαι ἡ τιμή ὅσων σέ τιμοῦν καί βραβεῖο τῶν βραβείων καί κορυφή τῶν κορυφῶν, ἡ μόνη θεία δροσιά τοῦ ἐσωτερικοῦ μου καύσωνος, ἡ θεοστάλακτη δροσιά τῆς ξεραμένης μου καρδιᾶς, τῆς μαύρης μου ψυχῆς ἡ φωτεινότατη λαμπάδα, ὁ ὁδηγός τῆς πορείας μου, ἡ δύναμις τῆς ἀσθενείας μου, τό ντύσιμο τῆς γυμνότητός μου, ὁ πλοῦτος τῆς πτωχείας μου, ἡ θεραπεία τῶν ἀγιάτρευτων πληγῶν, τό σκούπισμα τῶν δακρύων, τό σταμάτημα τῶν στεναγμῶν, ἡ μεταστροφή τῶν συμφορῶν, ἡ ἐλάφρυνσις τῶν πόνων, τό λύσιμο τῶν δεσμῶν, ἡ μόνη ἐλπίδα κατά τῆς πικρίας.

Εἰσάκουσε τίς προσευχές μου, συμπόνεσε τούς στεναγμούς μου, ἐλέησέ με μαλακώνοντας ἀπό τά δάκρυά μου, λυπήσου με ὡς μητέρα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, ρίξε τό βλέμμα σου πάνω μου καί ἠρέμησε τήν τρικυμία μου.

Ἱκανοποίησέ μου τή μεγάλη ἐπιθυμία καί κατάταξέ με μαζί μέ τή σύζυγό μου καί δική σου δούλη, στήν γῆ τῶν πράων, στίς σκηνές τῶν δικαίων, στό χορό τῶν ἁγίων.

Καί ἀξίωσέ με, ἐσύ πού εἶσαι ἡ προστασία ὅλων, ἡ χαρά καί ἡ λαμπρή εὐθυμία ὅλων, νά χαιρόμαστε μέσα σέ αὐτή, σέ παρακαλῶ, τή χαρά, τήν πραγματικά ἀνέκφραστη πού προέρχεται ἀπό τό Θεό καί βασιλέα τόν γεννημένο ἀπό σένα, καί στόν ἄφθαρτό σου νυμφῶνα καί στήν ἀτελείωτη καί ἀπέραντη βασιλεία σου.

Πράγματι, Δέσποινα, καί δική μου καταφυγή, ἡ ζωή καί ἡ βοήθειά μου, τό ὅπλο καί τό καμάρι μου, ἡ ἐλπίδα καί ἡ δύναμίς μου, δῶσε μαζί μέ αὐτήν νά ἀπολαύσω τίς ἀνεκδιήγητες καί ἀκατάληπτες δωρεές στήν ἐπουράνιο διαμονή. Διότι ἔχεις μαζί μέ τήν θέλησι καί τόν τρόπο, ὡς μητέρα τοῦ Ὑψίστου, καί γι᾽ αὐτό τολμῶ νά τό ζητήσω.

Μή λοιπόν γίνει νά στερηθῶ, πανάχραντε καί κυρία Δέσποινα, αὐτό πού περιμένω, ἀλλά νά τό πετύχω αὐτό, Θεόνυμφε, πού εἶσαι ὁλονῶν προσδοκία καί ἀναμονή, ἐσύ πού, μέ τρόπο πού ξεπερνάει τή λογική, γέννησες τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, τόν ἀληθινό Θεό καί Δεσπότη, στόν ὁποῖο ταιριάζει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνημα, μαζί μέ τόν χωρίς ἀρχή Πατέρα του καί τό ζωοποιό Πνεῦμα, τώρα καί πάντα, καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Πηγή

Ω γλυκυτάτη, και πράγμα και όνομα, Μαριάμ,δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου!

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Από την «Ερμηνεία εις την ενάτην
Ωδήν της Παρθένου και Θεοτόκου Μαρίας»

Ω γλυκυτάτη, και πράγμα και όνομα, Μαριάμ, τι πάθος είναι τούτο, όπου αισθάνομαι εις τον εαυτόν μου; Εγώ δεν ημπορώ να χορτάσω τους επαίνους των μεγαλείων σου! Όσον γαρ περισσότερον τα επαινώ, τόσον περισσότερον τα ορέγομαι, και ο πόθος μου επ’ άπειρον προβαίνει, και η επιθυμία μου ακόρεστος γίνεται· διό και πάλιν επιθυμώ να τα επαινέσω. Τοσούτον είναι θαυμαστά τα μεγαλεία σου Θεοτόκε, ώστε όπου όλοι, οι περί τας λογικάς τέχνας και επιστήμας καταγινόμενοι, θεωρούντες νοερώς ταύτα εφιλοτιμήθησαν, ο καθ’ ένας εξ’ αυτών να σε επαινέση με τα της τέχνης και επιστήμης του ίδια. Και οι μεν Γραμματικοί σε ονομάζουν, μετά του Υιού σου, Άλφα και Ωμέγα· αρχήν των του Θεού θαυμάτων και τέλος των αυτού διδαγμάτων· οι δε λογικευόμενοι σε καλούν μέσον όρον των ιδικών τους συλλογισμών. Διότι, καθώς εν εκάστω συλλογισμώ αποδεικνύεται εν καθ’ ετέρου δι ετέρου, τοιουτοτρόπως και δια μέσου σού απεδείχθη το εν, ήτοι ο υπερούσιος Λόγος και Θεός, καθ’ ετέρου, ήτοι μετά της ανθρωπίνης φύσεως, και εν πρόσωπον και μία υπόστασις μετ’ αυτής εχρημάτισεν. Οι ρήτορες εσένα ονομάζουν πολυσύνδετον ζωντανόν και έμψυχον επίλογον και ανακεφαλαίωσιν όλων των αρετών και χαρισμάτων, όσα εμοιράσθησαν εις όλα τα κατά μέρος κτίσματα, ουράνια και επίγεια. Οι Αριθμητικοί εσένα λέγουν ότι πλουτείς την κατ’ αυτούς αναλογίαν· διότι, ον λόγον και σχέσιν έχει ο ουράνιος Πατήρ προς τον Χριστόν, τον αυτόν έχεις και συ, η επίγειος Μήτηρ, προς τον αυτόν Χριστόν. Εσένα οι Γεωμέτραι νοούν κύκλον ευρυχωρότατον· επειδή εχώρησας εν τη αγιωτάτη κοιλία σου όλον το τρίγωνον, ήγουν αυτήν την υπερούσιον και αχώρητον Τριάδα, με το να έγινες Μήτηρ μιας των αυτής Αγίων Υποστάσεων· αλλά και κέντρον οι αυτοί σε ονομάζουν, εν ω στήσας τον διαβήτην του ο νοητός ευκλείδης και αριστοτέχνης Λόγος, εγύρισε παγκάλλιστα όλην την περιφέρειαν της ενσάρκου Οικονομίας του. Εσένα καλούν οι Μουσικοί και Ιεροψάλται, τώρα άκρον και μέγα Μαθηματάριον και Οικηματάριον, τώρα δις δια πασών συμφωνίαν και πάγχορδον αρμονίαν τε και επταφωνίαν, και τώρα σε παρομοιάζουν με την εναρμόνιον λύραν· επειδή με το μέσον της μιας εκ των τριών θεϋπόστατων χορδών, την οποίαν εβάστασας εν τη κοιλία και ταις αχράντοις χερσί σου, εμελώδησας ένα μέλος, όπου εγλύκανεν όλα τα ουράνια, άμα και τα επίγεια.

Εσένα οι Αστρονόμοι, τώρα μεν, σφαίραν πολύαστρον ονομάζουν· καθώς γαρ εκείνη είναι πεπυκνωμένη με τα αμέτρητα άστρα, έτσι και συ είσαι πεπυκνωμένη με τα αναρίθμητα φωταυγή χαρίσματα του αγίου Πνεύματος· τώρα δε, Σελήνην αργυροειδή και ολόφωτον· καθώς γαρ η Σελήνη, πανσέληνος ούσα, γεμίζει και πλουτίζει τα δεκτικά σώματα των εκείνης απορροιών, έτσι και συ γεμίζεις και πλουτίζεις τους Ορθοδόξους με τας ποικιλλοτρόπους απορροίας των θεομητορικών σου χαρίτων. Και τώρα, Πλειάδα σε ονομάζουν, ήτοι Πούλιαν, διότι, καθώς η Πούλια φυλάττει αχώριστον τον σύνδεσμον και την ένωσιν, είτε των επτά αστέρων της, κατά τους παλαιούς, είτε των τεσσαράκοντα κατά τους νεώτερους Αστρονόμους, και μάλιστα τον Γαλιλαίον, δια του τηλεσκοπίου θεωρήσαντα τούτους, έτσι και συ φυλάττεις συνδεδεμένους εν τη αγάπη πάντας τους προς σε ευλαβείς Ορθοδόξους και φαίνεσαι ωσάν μια φιλόστοργος όρνις, συναγμένα έχουσα τα νοσσία σου. Και οι μεν Ηθικοί, εσένα φημίζουν άριστον μετά Θεόν αγαθόν και πληρεστάτην ευδαιμονίαν· οι δε Οπτικοί, εσένα γνωματεύουν θαυμάσιον τηλεσκόπιον, δια μέσου του οποίου απεκαλύφθη η προαιώνιος και κεκρυμένη βουλή του Θεού και ημείς οι χριστιανοί, ακριβέστερον ορώμεν, δι’ αυτού, τα πόρρω όντα και απόκρυφα του Θεού μυστήρια. Εσένα οι Μηχανικοί υποθέτουν υπομόχλιον ενεργητικώτατον, επάνω εις το οποίον ο μηχανικώτατος Αρχιμήδης και μέγας αρχιτέκτων Θεός, επιστηρίξας τον ιδικόν του μοχλόν, εκίνησεν όχι μόνον όλην την γήν, αλλά και όλον τον ουρανόν και, ούτω, μετέστησεν αυτά από την φθορά εις την αφθαρσίαν και από την τροπήν εις την ατερψίαν. Οι δε Φυσικοί θαύμα θαυμάτων υπερφυές σε ονομάζουν· ακολουθούντες γαρ εις τους φυσικούς των κανόνας και νόμους, δεν δύνανται να νοήσουν το ιδικόν σου Μυστήριον· πώς δηλαδή διέμεινας Παρθένος εν τω τόκω και μετά τόκον! Πώς σώμα δια σώματος χωρεί, χωρίς καμμίαν διαφθοράν! Πώς ο Θεός σαρξ γίνεται και πώς περατούται το άπειρον! Άπερ κατά φυσικόν λόγον πάντη υπάρχει αδύνατα. Οι Μεταφυσικοί, εσένα νοούν αφηρημένην και θεωρητικήν αλήθειαν, θείον σκοπόν και τελειότητα τελειοτήτων. Εσένα οι των θείων Γραφών έμπειροι αποκαλούν ακροστιχίδα πάντων των Προφητών· πίνακα των δύο διαθηκών· υπόθεσιν των Αποστόλων· ύλην των πατέρων και Διδασκάλων· στερέωμα των Μαρτύρων· παρηγορίαν των Οσίων· της νοεράς προσευχής διδάσκαλον, της ταπεινώσεως εισηγήτριαν, της αγάπης της διπλής παράδειγμα έμψυχον, ίνδαλμα παρόμοιον της αρχικής ωραιότητος· θαύμα των Αγγέλων, άγαλμα της φύσεως, ανδριάντα θεόγλυπτον· Θεού αμίμητον μίμημα, ύλην παναρμόνιον του λόγου της σωματώσεως, φανέρωσιν των της θείας ακαταληψίας βυθών· εργαστήριον της ενώσεως των συνελθουσών επί Χριστού φύσεων· και, δια να είπω το τελευταίον και έσχατον, εσένα Θεοτόκε οι θεολόγοι ονομάζουν Μεθόριον Κτίστου και κτίσεως, τιμιωτέρα των Χερουβείμ, ενδοξοτέραν ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Θεόν μετά Θεόν και της Αγίας Τριάδος τα δευτερεία έχουσαν.

Ηλία Μηνιάτη: Λόγος Πανηγυρικός εις τα Εισόδια της Θεοτόκου

 

Λόγος Πανηγυρικός εις τα Εισόδια της Θεοτόκου

Ηλία Μηνιάτη
(1669-1714)
Επισκόπου Κερνίκης και Καλαβρύτων

«Και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο Οίκος   Κυρίου». (Ιεζεκ. Κεφ. μα’)

Ιδού η μεγαλύτερα θυσία, όπου να έγεινε προς τον Θεόν, αφού εκτίσθη ο κόσμος. Μαρία, η αειπάρθενος κόρη, εις την ηλικίαν τριών χρόνων προσφέρεται να αφιερωθή προς τον Κτίστην, εις τον ναόν της Ιερουσαλήμ. Καθώς δεν εστάθη άλλο ένα τελειότερον πράγμα, έτσι δεν εστάθη άλλη μία τιμιωτέρα προσφορά και εις τον Θεόν πλέον ευπρόσδεκτος. Όθεν, όταν εγώ με ευλαβητικήν θεωρίαν στοχάζομαι την σεβάσμιον ταύτην είσοδον, φαίνεται μοι να βλέπω ένδοξον αλη­θινά και λαμπράν πανήγυριν εδώ κάτω εις την γην, μέσα εις την αγίαν πάλιν άλλ’ όμως και άλλην ενδοξοτέραν και λαμπροτέραν φαν­τάζομαι εκεί επάνω εις τον ουρανόν, μέσα εις τον παράδεισον. Βλέ­πω εδώ να προπορεύωνται λαμπαδηφόροι παρθένοι, πανηγυρίζουσαι χαρμασύνως την αειπάρθενον και εκεί αστραπομόρφων αγγέλων ταξιαρχίαι να χορεύουσιν, υμνολόγουσαι φαιδρώς την εν σώματι καθαρωτέραν των Ασωμάτων.

Εδώ ο μέγας αρχιερεύς απλώνει τας ευλαβητικάς χείρας και, θεία επιπνοία εμφορηθείς, εισάγει μέσα εις τα άγια των αγίων την έμψυχον κιβωτόν τού αγιάσματος˙ και εις τον ίδιον καιρόν ανοίγει τους μακαρίους κόλπους ο προαιώνιος πατήρ και δέχεται εκ δεξιών τού θρόνου της θείας μεγαλειότητος τού υιού αυτού την προορισθείσαν μητέρα. Διπλή είναι η είσοδος της κεχαριτωμένης Θεόπαιδος· μία μεν ορατή εδώ εις το ιερόν, και άλλη νοερά εκεί εις τας λαμπρότητας των αγίων και δια τούτο, εδώ πλήρης θείας φωτοφανείας ακτινοβολεί ο ναός τού Σολομώντος, και εκεί διπλούν αστράπτει της τρισηλίου θεαρχικής αίγλης το τρισόλβιον φως· όθεν ίσως εις τούτο αφεώρα ο Ιεζεκιήλ, όταν έλεγε˙ «και είδον, και ιδού πλή­ρης δόξης ο οίκος Κυρίου»· ο οίκος Κυρίου, και επίγειος δηλαδή και ουράνιος. Όμως εγώ, φιλέορτοι ακροαταί, δεν θέλω σήμερον να στοχασθώ άλλο, ούτε εις την γην ούτε εις τον ουρανόν, παρά αυτήν την θοοχαρίτωτον Κόρην, την οποίαν, βλέποντας να εμβαίνη εις τον ναόν τού Θεού, την στοχάζομαι αληθινά ένα έμψυχον ναόν της Θεότητας, περί τού οποίου ημπορώ να ειπώ αρμοδιώτερον «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου».

Και ο ναός τού Σολομώντος και ο,τι ευρίσκετο μέσα εις τον ναόν ιερόν και σεβάσμιον, όλα ήτον τύπος των προνομίων της παρθένου Μαρίας, η οποία αληθινά είναι ναός έμψυχος τού Θεού. Και πρώτον μεν αυτός ο Σολομών, οπού μεθερμηνεύεται βασιλεύς ειρήνης, ο κτί­στης τού ναού, εις τού οποίου την οικοδομήν έβαλεν όλον του τον πλούτον και σοφίαν, δια να κάμη το μεγαλοπρεπέστατον και ωραιότατον έργον, οπού να εφαίνετο εις την γην, είναι εικών τού ουρανίου δημιουργού και παμβασιλέως Θεού, οπού λέγεται εν ταις Γραφαίς «άρχων ειρήνης», οπού, δά να πλάση την παρθένον Μαρίαν, επεχειρίσθη όλον τον πλούτον της θείας του παντοδυναμίας, της θείας του σοφίας, της θείας του αγαθότητος, δια να κάμη το τελειότερον και ευγενέστερον ποίημα εις την φύσιν των όντων.

Αυτή η Παρθένος το ομολογεί: «εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός· εποίησε κράτος εν βραχίονι αυτού»· οπού θέλει να ειπή: δια να την πλάση ο Θεός, έκαμε τόσον, όσον εδύνατο να κάμη ένας Θεός παντοδύναμος. Την έπλασε με ένα κάλλος σωματικόν, οπού παραβαλλόμενον, αυξάνει πολύ αυτό το κάλλος των άυλων πνευμάτων. Με μίαν ψυχήν, σκεύος δεκτικόν όλων ομού των υπερφυών χαρισμάτων τού πνεύματος· Με ένα νουν, φωτισμένον προς την γνώσιν της αληθείας, με όλας τας ακτίνας των θείων εκλάμψεων. Με θείαν θέλησιν, αναμμένην προς την έφεσιν τού αγαθού, με όλας τας φλόγας τού θείου έρωτος, οπού εστάθη ακατά­παυστα ενεργούν και συνεργούν το πανάγιον Πνεύμα. Ο Ιερός Αυ­γουστίνος ονομάζει την πλάσιν της παρθένου: «έργον αϊδίου βουλής». Τούτος ο κόσμος, οπού βλέπομεν…………………..

Πράγμα εξαίσιον εστάθη εις την οικοδομήν τού ναού˙ διατί λέ­γει «και ο οίκος εν τω οικοδομείσθαι αυτόν, λίθοις ακροτόμοις ολοκλή-ροις ωκοδομήθη˙ και σφύρα και πέλεκυς και παν σκεύος σιδήρου ουκ ηκούσθη», και τα εξής… Αλλά διατί τόση έξοδος και τόση επιμέλεια εις την οικοδομήν; διατί· και τα εξής……………….

Αλλά πλέα εξαίσιον πράγμα εστάθη εις την Παρθένον, η οποία, επειδή και έμελλε να είναι (καθώς ψάλλει η Εκκλησία) ο καθαρώτα-τος ναός τού Σωτήρος, το ιερόν θησαύρισμα της δόξης τού Θεού, το κατοικητήριον της σεσαρκωμένης Θεότητος, το έμψυχον παλάτιον τού ουρανίου Βασιλέως, ήτον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν—λέγει ο θεολόγος — προετοιμασμένη, προκαθαρμένη, τετελειωμένη, κεχαριτωμένη. «Άνθρωπος Θεός κυηθείς εκ Παρθένου, και ψυχήν και σάρκα προκαθαρθείσης τω Πνεύματι»· εις τρόπον ότι η Παρθένος Μαρία, όταν έγεινεν από τον Θεόν, υπερέβη την φύσιν τού νόμου, και όταν εγέννησε τον Θεόν, υπερέβη τον νόμον της φύσεως. 1

Εννέα πράγματα ήτον μέσα εις τον ναόν τού Σολομώντος, τα ιερώτερα και σεβασμιώτερα· πρώτον η Επτάφωτος λυχνία· δεύτερον η τράπεζα της προθέσεως των άρτων τρίτον το χρυσούν θυμιατήριον τέταρτον, η στάμνος η χρυσή, όπου είχε το μάννα· πέμπτον, αι πλά­κες της Διαθήκης, όπου ήτον γραμμένος ο δεκάλογος· έκτον, η ράβδος τού Ααρών, όπου εβλάστησεν εβδομον, η κιβωτός· όγδοον τα Χερουβίμ, όπου επεσκίαζον το Ιλαστήριον και έννατον τα άγια των άγιων όλα τύπος, όλα αινίγματα και σκιαί των προνομίων της Θεομήτορος. Αυτή ήτον όντως η επτάφωτος λυχνία των επτά χαρισμάτων τού α­γίου Πνεύματος, με τα οποία έλαμπε — λέγει ο μέγας Αθανάσιος — από τους πρώτους χρόνους της ηλικίας. Αυτή ήτον η ζωηφόρος τρά­πεζα του άρτου της ζωής. Αυτή το χρυσούν θυμιατήριον όπου εκράτησεν αφλέκτως το πυρ της Θεότητος. Αυτή η στάμνος η χρυσή, οπού εβάσταξε το ουράνιον μάννα. Αυτή η πλάκα, οπού έφερε σωματούμενον τον ενυπόστατον Λόγον. Αυτή η ράβδος, όπου εβλάστησε παραδό­ξως το άνθος της αφθαρσίας. Αυτή η κιβωτός, οπού έσωσεν εκ τού κα­τακλυσμού της αμαρτίας το ανθρώπινον γένος. Αυτή το θείον ιλαστήριον, οπού επεσκίαζεν, όχι τα Χερουβίμ, άλλ’ αυτή η δύναμις τού Υψίστου. Αυτή η θεοδόχος γαστήρ, τα όντως άγια των αγίων, οπού άπαξ εισήλθεν ασπόρως και εξήλθεν αφθόρως ο αθάνατος Αρχιερεύς, όταν ο Λόγος σαρξ εγένετο.

Και ιδού η Παρθένος Μαρία, ναός έμψυχος τού Θεού, τον οποίον επροεικόνιζε τυπικώς εκείνος τού Σολομώντος· όθεν και η δό­ξα εκείνη, οπού επλήρωσε μετά την καθιέρωσιν τον ναόν τού Σολο­μώντος, αίνιγμα μόνον αμυδρόν ήτον της απειρουσίου δόξης, οπού επλήρωσε την Θεομήτορα, περί της οποίας προφητικώς το Πνεύμα το άγιον προανεφώνησε˙ «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυ­ρίου». Διατί, τριών χρόνων ούσα η Παρθένος, εισήλθεν εις τον ναόν; εις τους τρεις χρόνους, γνωρίζεται το μέγεθος της ηλικίας τού ανθρώπου˙ όστις, όσος είναι εις τους τρεις χρόνους, δύο φοραίς τόσον ακόμη αυξάνει και όχι περισσότερον ή ολιγώτερον το σημειώνει ο μέγας Βα­σίλειος εις την εξαήμερον: «όσος εν τη τριετία, δις τοσούτος έσται».2 Τριών χρόνων ήτον η Παρθένος και είχε τόσην αγιότητα οπού ενομίσθη αξία να εισέλθη εις τα άγια των αγίων, όπου δεν εισέβαινε τινάς άλλος, παρά μόνος ο Αρχιερεύς, και τούτος μίαν φοράν τον χρόνον λοιπόν από τούτο απεικάζομεν, πως η Παρθένος με τον καιρόν έμελλε να αυξήση δύο φοραίς τόσον ακόμη εις την αγιότητα˙ ήγουν, καθώς ούσα τριών χρόνων υπερέβαινεν εις την αγιότητα όλους τους δικαίους και προφήτας και πατριάρχας τού παλαιού νόμου· έτσι έμελ­λε να αυξήση άλλο τόσον εις την αγιότητα, άλλο τόσον να υπερέβη όλους τους Αποστόλους και μάρτυρας και οσίους και διδασκάλους της Εκκλησίας· Και πάλιν άλλο τόσον να υπερέβη όλους και Αγγέλους και Αρχαγγέλους και Σεραφείμ και Χερουβείμ του ουρανού. Όθεν, αν τριών χρόνων έφθασεν έως εις τα άγια των αγίων τού ναού, έως τέλους θέλει φθάσει έως εις τα άγια των αγίων τού παραδείσου˙ Έως δηλαδή εις αυτόν τον θρόνον της τρισηλίου Θεότητός. Και εδώ αλη­θινά την προείδεν ανεβασμένην ο προφητάναξ Δαυίδ: «παρέστη η βασίλισσα εκ δεξιών σου»· και τούτο είναι το σωστόν μέγεθος της αγιότητας, οπού έλαβεν η Παρθένος, ο έμψυχος ναός τού Θεού˙ πλήρης χάριτος εδώ εις την γην, πλήρης δόξης εις τον ουρανόν «και είδον, και ιδού πλήρης δόξης ο οίκος Κυρίου».

Αλλά εσύ, δεδοξασμένη Παρθένε, εσύ εμβαίνεις σήμερον εις τον ναόν τού Θεού, ο έμψυχος ναός τού Θεού· εμβαίνεις εις τα άγια των αγίων, το ηγιασμένον σκήνωμα τού Υψίστου· εμβαίνεις εις το ιλαστήριον τού Κυρίου, ο ιλασμός των ψυχών ημών˙ και ημείς, ωσάν αι λαμπηδοφόροι Παρθένοι, με καρδίας αναμμένος από ευλάβειαν, σε δορυφορούμεν νοερώς και πανηγυρίζομεν εν αγαλλιάσει πνευματική τα ένδοξά σου εισόδια.3

_____________________________
1. Λογ. κβ’, εις τον Ευαγγελ.

2. Ομιλ. Γ.

3. Επειδή ο λόγος ούτος δεν είναι κυρίως ειμή σημειώσεις τινές του συγγραφέως, δια τούτο ετέθησαν εν τω μεταξύ αι φαινόμεναι στιγμαί προς δείξιν των ελλείψεων

Εκ του βιβλίο: ΔΙΔΑΧΑΙ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ (ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΑΣ. ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΥ)