Θεομητορικό

09 Σεπτεμβρίου, Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου της εν τη Ιερά Μονή Τατάρνης: ιστορικό και τοπογραφικό σημείωμα, Ακολουθία.

 

Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας

[ Αρχιμανδρίτου Δοσιθέου, Προσκύνημα στο Μοναστήρι της Τατάρνας, 6η έκδοσις, 1999 (1η:1985). Δημοσιεύεται με την ευγενή άδεια του συγγραφέως]

ΤΟ ΞΑΚΟΥΣΤΟ και Θρυλικό Μοναστήρι της Παναγίας Τατάρνης ευρίσκεται σε μια γλώσσα ξηράς, που εισχωρεί μέσα στην μεγάλη τεχνητή λίμνη των Κρεμαστών. Πρίν μερικά χρόνια, ακριβώς κάτω απ’ το Μοναστήρι κυλούσε τα γαλάζια νερά του ο Αχελώος, ο χιλιοτραγουδισμένος Ασπροπόταμος των δημοτικών τραγουδιών. Τώρα Άσπρος και παραπόταμα σκεπάσθηκαν απ’ τα γαλήνια νερά της λίμνης. Το τοπίο έγινε ομορφότερο, το κλίμα γλυκύτερο, ήπιο. Χωρίς υπερβολές, το τοπίο είναι σπάνιας ομορφιάς. Tο βεβαιώνουν άνθρωποι που γύρισαν όλα τα πλάτη και μήκη της γης.

Το Μοναστήρι είναι χτισμένο σε μια κατωφέρεια της Αηδονόρραχης (ονομάσθηκε έτσι απ’ τα πολλά της αηδόνια που κελαϊδούν και «κατακήλουν» τις ακοές την άνοιξι) με εξαίσια θέα προς την λίμνη και τα βουνά του Βάλτου. Είναι ένας χώρος καταπράσινος, χωρiς την αγριάδα του βουνού ή την ξεραΐλα του κάμπου. Το υψόμετρο είναι 380 μέτρα απ’ την επιφάνεια της θαλάσσης και εκατό μέτρα περίπου- ανάλογα με την εποχή- πάνω απ’ την λίμνη. Εδώ η καρδιά γαληνεύει, ο νους υψώνεται εις θεωρίας πνευματικάς και το μάτι χαίρεται τα μεγαλεία του Δημιουργού. «Εκ γαρ μεγέθους και καλλονής κτισμάτων, αναλόγως ο δημιουργός αυτών Θεός θεωρείται».

Είναι ένας τόπος ευλογημένος, ένα μικρό περιβόλι της Παναγίας. Είναι ένας τόπος φορτισμένος με μνήμεs ιστορικές, με αγώνες πνευματικούς. Το Μοναστήρι απέχει εβδομήντα περίπου χιλιόμετρα από το Καρπενήσι και εκατό περίπου από το Αγρίνιο. Οι δύο δρόμοι σμίγουν στην Δυτική Φραγκίστα, το ωραίο και ζωντανό αυτό χωριό της Ευρυτανίας. Είναι ασφαλτοστρωμένοι. Χωματόδρομος δέν υπάρχει πιά. Απ’ το 1992 η άσφαλτος φθάνει μέχρι την πόρτα του Μοναστηριού. Η ομορφιά του τοπίου, που αλλού είναι άγριο και επιβλητικό, γεμάτο έλατα και χαράδρες, ελιγμούς ατέρμονες και στροφές ατέλειωτες και αλλού είναι ήμερο, προσιτό, ευχάριστο στο μάτι, αποζημιώνει πλουσιοπάροχα τον προσκυνητή. Βρύσες με κρυστάλλινα νερά, ποτάμια με βαθύσκια πλατάνια, ρείκια και ανθισμένες κουμαριές, βουνά που καθρεφτίζονται στην ατάραχη και αρυτίδωτη λίμνη, σταχτόχρωμες εληές ανακατεμένες με γιγάντιες αριές, δεν είναι κάτι
το συνηθισμένο για τον άνθρωπο των πόλεων. Και το κυριώτερο: Τόπος αμόλυντος από τουρισμό και εκβιομηχάνισι, από λύματα και καυσαέρια. Τόπος αγνός, όπως βγήκε από τα χέρια του Δημιουργού και όπως καλλιεργήθηκε από τα ροζιασμένα χέρια του ξωμάχου.

Η γερασμένη γέφυρα του Μανώλη, έργο του ΙΖ’ αιώνος στέκει ακόμη περήφανη πάνω από το στένωμα του Αγραφιώτη, εις πείσμα του χρόνου και του νερού της λίμνης που κάθε άνοιξι ανεβαίνοντας και φουσκώνοντας την πνίγει ως τον λαιμό. Χλευάζει την σύγχρονη τεχνική. Πριν είκοσι πέντε χρόνια και πλέον έστησαν δίπλα νέα γέφυρα, με μπετόν και σίδηρα. ‘Εγιναν εγκαίνια, εκφωνήθηκαν πανηγυρικοί, έγινε μεγάλο γλέντι. Στην πρώτη κατεβασιά του ‘Αγραφιώτη η γέφυρα παρεσύρθη, εξαφανίσθηκε. ‘Ακόμη ψάχνουν για να βρούν τα ίχνη της. Όμως το γεφύρι του Μανώλη, με την μεγάλη καμάρα, χτισμένο με πέτρες και κουρασάνι μένει… εις έλεγχον των δημοσίων υπηρεσιών.

Μπροστά μας τα ξακουσμένα Άγραφα, τα βουνά που έμειναν απάτητα από Τούρκου ποδάρι, διαγράφονται στον ορίζοντα περήφανα, διηγούμενα αρχαία «κλέη», περασμένα μεγαλεία και τωρινή ερήμωσι. Στο βάθος αχνοφαίνονται τα Τζουμέρκα, τραχειά, απόκρημνα, σχεδόν πάντοτε χιονισμένα, ποικιλόχρωμα απ’ τα παιγνιδίσματα του ήλιου στις βουνοκορφές τους και στις βαθειές νεροφαγιές.

Απέναντι ο Βάλτος. Το Κάρλελι των Τούρκων (Καρλ-ελή: χώρα του Καρόλου Τόκκου). Βουνά πιο ήμερα αλλά με λιγώτερη βλάστησι. Δεσπόζει η «απορρώξ» Κανάλα. Το βουνό με τις κάθετες πλαγιές, που πέφτουν κοφτές μέσα στην λίμνη. Είναι βουνό αγιασμένο. Εκεί ασκήτεψεν ο όσιος Ανδρέας, ασκητής φημισμένος που έζησε στον ΙΓ’ αιώνα. Η Ευρυτανία συνδεόταν στα παλαιά χρόνια με τον Βάλτο, χάρις σε ένα γεφύρι πού άφησε εποχή: το γεφύρι της Τατάρνας. Ήταν ένα θαύμα τεχνικής, της εποχής της Τουρκοκρατίας. Απορεί κανείς πώς το έχτισαν… Μια και μόνη καμάρα στηριγμένη σε δυο κατακόρυφους βράχους και από κάτω να βράζη ο Αχελώος… Τώρα αυτό το γεφύρι βρίσκεται βαθειά βυθισμένο μέσα στα νερά της λίμνης. Ένα νέο γεφύρι στην ίδια θέσι, αλλά ψηλότερα, στήθηκε λίγο πριν φθάσουν τα νερά της λίμνης. Είναι θαύμα τεχνικής. ‘Εχει πάρει τρία διεθνή βραβεία. Σχεδιαστής ο Αρίσταρχος Οικονόμου. Ε! γι’ αυτήν την γέφυρα δεν υπάρχει ακόμη δρόμος κατάλληλος για πρόσβασι. Τώρα διανοίγεται η μεγάλη αρτηρία που θα συνδέση Μαλιακό με Αμβρακικό και
θα περάση απ’ την γέφυρα της Τατάρνας. Αλλά με βήμα χελώνας. Ίσως κάποια συμφέροντα άλλων νομών παρεμβάλλονται… Λίγο παραπάνω ένας κολοσιαίος Σταυρός δείχνει το μέρος όπου ευρίσκεται η Τρύπα. ‘Ενας καιάδας με πολύ θλιβερές αναμνήσεις…

Στα πόδια του γεφυριού της Τατάρνας ανέβλυζε η μεγάλη νερομάνα της Μαρδάχας. Λένε πως επικοινωνούσε με την λίμνη των Ιωαννίνων. Απ’ αυτήν και μόνο ο Άσπρος άλλαζε χρώμα και κατηφόριζε γαλάζιος. Εκεί το Μοναστήρι είχε μετόχι και ναό επ’ ονόματι της Αγίας Παρασκευής. Εκεί γινόταν τον Σεπτέμβριο το μεγάλο πανηγύρι τής Τατάρνας. Ήταν η μεγαλύτερη εμποροζωοπανήγυρις της Δυτικής Στερεάς. Κρατούσε επτά ημέρες. Βούϊζαν οι ρεματιές από την χλαλοή. Ακόμα κι ο Μπάρμπα-Γιώργος ο Μπλατσάρας, ο μπαρμπούλης του Καραγκιόζη, μιλάει για «του πανγκύρ’ της Τατάρνας», όταν… τηλεφωνάει στήν θειά Παυλίνα. Όλα όμως αυτά τώρα είναι στον πάτο της λίμνης. Μόνον οι αναμνήσεις στους παλαιοτέρους μένουν.

Στο άκρο της χερσονήσου το Παληόκαστρο. Κορυφή γεμάτη ερείπια προχριστιανικά, τείχη πελασγικά, κυκλώπεια. Στο βάθος το φράγμα ή μάλλον το γεώφραγμα γιατί δεν είναι από μπετόν αλλ’ από χώμα και χαλίκι. Για μεγαλύτερη ασφάλεια. Λίγο ψηλότερα το χωριό που μένουν οι υπάλληλοι και τεχνίτες της Δ.Ε.Η. Το Ορφανό. Απ’ εκεί αρχίζει να υψώνεται το Παναιτωλικό με τα ωραία χωριά των Παρακαμπυλίων: «Άγιος Βλάσιος, Καραμανέϊκα, Χούνη, θέρετρα του Άγρινίου. Και μέσα στο κομμάτι αυτό της ξηράς που περιβάλλεται απ’ τήν λίμνη, εκτός από μια στενωπό στα βόρεια, σκορπισμένο εδώ και κει το χωριό Τριπόταμος, η παλαιά Τατάρνα. Τα καλά χωράφια πνίγηκαν από το φράγμα. Οι πολλοί έφυγαν, αποκαταστάθηκαν στον κάμπο. Έμειναν λίγοι, περίπου πεντακόσιοι. Δυό σπίτια εδώ, τρία εκεί, όπου είναι τα φτωχά χωράφια, όπου είναι τα ζώα. Δύσκολη η ζωή γι’ αυτούς που έμειναν. Συνδρομή από πουθενά, το μεροκάματο άγνωστο.
Ενας πειραματικός σταθμός ιχθυοκαλλιέργειας στην λίμνη, κοντά στο χωριό, φαίνεται ότι πέτυχε. Αλλ’ ακόμη δεν τον πήρε το χωριό στα χέρια του. Θέλει ανθρώπους νέους να πάρουν το ζήτημα στα ζεστά. Κυπρίνος, πέστροφα και χέλια είναι η πρώτη παραγωγή. Ψάρια νοστιμώτατα. Πιστοποίησις από χείλη ειδήμονος… Είχαν γίνη προκαταρκτικές ενέργειες από το Δασαρχείο Ευρυτανίας, ώστε η περιοχή να αξιοποιηθή. Θα εδημιουργείτο ελεγχομένη κυνηγετική περιοχή. Αυτό σημαίνει ανάπτυξι του τόπου, σημαίνει χρήμα για τους κατοίκους. Αντέδρασαν δυναμικά. Η προσπάθεια ματαιώθηκε. Και πάλι τέλμα και πάλι στο τίποτα. Ίσως κάποτε έρθουν σωστότερες σκέψεις. Αλλ’ οι ευκαιρίες δεν έρχονται συχνά.

Μ’ΑΥΤΕΣ ΤΙΣ ΣΚΕΨΕΙΣ και με ικανοποίησι γιατί ο χωματόδρομος έγινε πλέον άσφαλτος φθάνομε στο Μοναστήρι.

Σ’ένα φραγμένο τόπο διακρίνομε, ανάμεσα σε πεύκα, εληές, καρυδιές καί πολλά βάτα, ένα γέρικο κυπαρίσσι. Δίπλα του χαλάσματα. Είναι το μοναστήρι πού βούλιαξε το 1963. ‘Ομως πριν καλοσκεφθούμε τι έγινε και πώς έγινε, φθάνουμε στήν εξωτερική πύλη. Μια σύγχρονη ψηφιδωτή εικώνα της Παναγίας μας υποδέχεται. Μετά απ’αυτήν ένα οικοδόμημα νέο, σύγχρονο. Είναι το νέο θαλερό βλαστάρι μιας πολύ γέρικης βαλανιδιάς που λέγεται Μονή Παναγίας Τατάρνης. ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ όμως τα πράγματα από την αρχή.

Η παράδοσις τοποθετεί την ίδρυσι του Μοναστηριού στις αρχές του ΙΒ’ αιώνος, συγκεκριμένα στο 1111. Πολλοί το θέλουν «Βασιλικό». «Βασιλομονάστηρο» το αποκαλούσαν οι παλαιοί και πίστευαν πως το έχτισε η Αγία Θεοδώρα, Βασίλισσα της Άρτας. Όμως η Άγία αυτή Βασίλισσα έζησε αργότερα, τουλάχιστον μετά εκατό χρόνια. Επομένως δεν μπορεί να είναι κτιτόρισσα, μπορεί όμως να βοήθησε για την ανάδειξί του. Έχομε μαρτυρίες ότι βοήθησε πολλά μοναστήρια της περιοχής. Η Ευρυτανία ήταν τότε στην επικράτειά της. Γιατί να εξαιρεθή το μοναστήρι της Τατάρνας; Άλλωστε η παράδοσις είναι αρκετά ισχυρή.

Τι απέμεινε από το πρώτο εκείνο κτίσμα; Ερείπια μόνο στην θέσι «Παληομονάστηρο». Μπερδεύτηκαν τόσο με νεώτερα ερείπια και αναστατώθηκε τόσο η περιοχή με την κατολίσθησι του 1963 που είναι αδύνατον να ξεχωρισθούν τα πρώτα κτίσματα απ’ τα δεύτερα. Έγινε μικρή κοσμογονία και ένας χαλασμός, που δεν ξεχωρίζει τίποτε. Υπάρχουν όγκοι ατόφιοι παλαιών κτιρίων, τοίχοι σύσσωμοι αναποδογυρισμένοι. Όλα φύρδην-μείγδην. Και η βλάστησις οργιάζει.

Απ’ αυτό το παλαιό «Βασιλομονάστηρο» πρέπει να προέρχεται η ψηφιδωτή Ιερά Εικών της ‘Ακρας Ταπεινώσεως τού ΙΒ’-ΙΓ’ αιώνος, που σώζεται μέχρι σήμερα ως «θησαυρός απόθετος» στο Σκευοφυλάκειο της Μονής. Γι’ αυτή την Εικόνα ομιλεί με πολύ σεβασμό η παράδοσις. Λέει σχετικά:

Απέναντι, στα βουνά του Βάλτου, πέρα απ’ τον Αχελώο, κάποιος αγνός και ευλαβής βοσκός φύλαγε τα πρόβατά του. Ξαφνικά κάποιο βράδυ βλέπει έκπληκτος ένα ζωηρό φως να λάμπη στο σκοτάδι, ακριβώς απέναντι, κατά την πλευρά της Ευρυτανίας. Του έκαμε μεγάλη εντύπωσι. Ο τόπος εκεί όπου φαίνονταν το φως ήξερε ότι ήταν έρημος. Το φως εκείνο ήταν λαμπρό, δεν ήταν φωτιά που μπορούσαν να ανάψουν ποιμένες την νύχτα. Την άλλη νύχτα το φως ξαναφάνηκε. Έφεγγε όλη την νύχτα. Με το χάραμα χανόταν. Ξαναφάνηκε και την τρίτη νύχτα. Κατάλαβε ο αγαθός τσοπάνης, ότι ήταν σημάδι θεϊκό. Είχε ακούσει ότι με φως φανερώθηκαν πολλές Εικόνες. Ήταν κάλεσμα για κάτι ιερό που κρυβόταν για χρόνια και έπρεπε να φανερωθή. Πώς όμως να εντοπίση το σημείον; Την ημέρα που φαινόταν ο τόπος δεν φαινόταν το φως. Την νύχτα που φαινόταν το φως, δεν διεκρίνετο η περιοχή. Kαι ήταν αρκετά μακρυά. Ξάφνου, την τρίτη νύχτα ο νους του φωτίσθηκε. Έμπηξε στη γη μια διχάλα. Ακούμπησε πάνω σ’ αυτή την ποιμενική ράβδο του. Στόχεψε με το ένα μάτι προς τα εκεί που φαινόταν το φως. Όταν μάτι, ράβδος και φως μπήκαν στην αυτή ευθεία, σταθεροποίησε την ράβδο. Περίμενε με αγωνία να ξημερώση. Σαν έφεξε καλά, ξανακοιτάζει και πάλι. Τώρα ο τόπος εντοπίσθηκε εύκολα. Ξεκινά γεμάτος λαχτάρα και χαρά. Περνά κολυμπώντας τον Άσπρο κι ανηφορίζει. Φθάνει σ’ ένα τόπο γεμάτο βάτα. Κόβει και κόβεται, ματώνει, ξεσχίζεται, αλλ’ αυτός συνεχίζει. Η επιμονή του αμείβεται. Ανάμεσα στα βάτα βρίσκει μια εικόνα μικρή. Αναγαλλιάζει. Απ’ αυτή προέρχονταν το φως. Είναι με μικρές ψηφίδες ιστορημένη, μικρές σαν κεφάλι καρφίτσας. Παριστάνει τον Κύριο αμέσως μετά την Αποκαθήλωσι.

Είναι η Άκρα Ταπείνωσις. Είναι έργο μοναδικό στον κόσμο, όπως λένε οι ειδικοί. Είναι έκτοτε παλλάδιο της Μονής, σέμνωμα και καύχημά της. Παλαιότερα την είχαν στην εκκλησία για προσκύνησι. Παρ’ ολίγο να καταστραφή εντελώς. οι ευλαβείς γυναίκες ξεκολλούσαν κρυφά ψηφίδες για φυλακτά. Σε λίγο θάμενε μόνο το σανίδι. Τώρα φυλάσσεται στο σκευοφυλάκειο. Στο 1963 ταξίδεψε στήν Αθήνα για να κοσμήση την Πανευρωπαϊκή Έκθεσι Βυζαντινής Τέχνης. Ξαναταξίδεψε για να στολίση την έκθεσι πού έγινε για τα εκατόν πενήντα χρόνια της Αθήνας, ως πρωτευούσης του Ελληνικού Κράτους.

Απ’ αυτό το παλαιό Μοναστήρι απέμεινε το όνομα: Τατάρνα ή ορθότερα Τετάρνα. Τι σημαίνει; Δύσκολη η απάντησι. Ίσως έχει ρίζα βλαχική, όπως πολλά τοπωνύμια και όροι της ποιμενικής ζωής. Σημαίνει -χωρίς να είναι και βέβαιο- τόπο συγκεντρώσεως πολλών ανθρώπων ή ζώων. Σημαίνει πολλούς ή πολλά μαζί. Στά σερβοκροατικά σημαίνει τόπος με πλούσια βλάστησι. Αυτή ίσως είναι η ορθότερη ετυμολογία.

Ήρθαν χρόνια δίσεκτα. Το Μοναστήρι αφανίστηκε. Ο τόπος έμεινεν έρημος. Μόνον Πινιανίτες βοσκοί κατέβαιναν με τα ποίμνιά τους απ’ τα λειβάδια των Αγράφων για να παραχειμάσουν. Ο τόπος ήταν χειμαδιό. Ο Τούρκος πάτησε γερά το πόδι του και σε τούτα τα μέρη. Όπου πατούσε άλογο, πατούσε και ο Τούρκος. Η κατάστασι που επικρατούσε σ’ όλη τη χώρα ήταν τραγική. Η Ρωμιοσύνη ξεψυχούσε. Αλλ’ ο ραγιάς, σαν από θαύμα δεν αφανίσθηκε. Ποδοπατήθηκε, πληγώθηκε, αναδιπλώθηκε, αλλά δεν ξεψύχησε. Μαζεύθηκε, έγλειψε μόνος του τις πληγές του, ξαπόστασε, συνήλθε και συνέχισε την πορεία του. Είναι το μεγάλο θαύμα που ηθελημένα λησμονούμε. Η επιβίωσις της πονεμένης Ρωμιοσύνης. Και όχι μόνον η επιβίωσις αλλά και η ανάκαμψις. Αρχίζει να γλυκοχαράζει. Από πολύ νωρίς…

ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ στά 1555. Στον έρημο αυτόν τόπο εμφανίζονται δύο πατέρες απ’ την Μονή των Μεγάλων Πυλών, απ’ το Μοναστήρι του Δουσίκου. Ο προηγούμενος ιερομόναχος Μεθόδιος καί ο μοναχός Δαβίδ. Τι τους τράβηξε και ήλθαν σε τούτη την ερημιά; Οπωσδήποτε η φήμη του παληού Μοναστηριου καί ο ζήλος να το ξαναχτίσουν, να του δώσουν πάλι ζωή… Εν τω μεταξύ η συνθήκη του Τσαμασιού που είχε υπογραφή λίγα χρόνια πρίν (1546) έδωσε μια σχετική ανεξαρτησία στο Αρματωλίκι των Αγράφων. Άρχισε έτσι μια πλημμυρίδα. Τα βουνά παρείχαν ασφάλεια, στους κάμπους αλώνιζε ο Τούρκος. Σιγά-σιγά τα βουνά γεμίζουν, τα χωριά αυξάνουν καινούργια μοναστήρια χτίζονται. Είκοσι τον αριθμόν. Και δεν διατηρείται κανένα… Ξεκινούν λοιπόν το έργο με αυταπάρνησι. Έργο δύσκολο ακόμη και με τα σημερινά δεδομένα. Δώδεκα ώρες με τα πόδια το Καρπενήσι, δώδεκα το Βραχώρι, δώδεκα ο Κραβασαράς. Όλα κουβαλιώνται με τα μουλάρια. Αλλ’ η θερμή τους πίστις εθαυματούργησε.

Σιγίλλιον του Οικουμενικού Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε’ , 1798

——————————————————————————–

Οι Πινιανίτες ευχαρίστως τραβήχτηκαν και άφησαν χώρο για την οικοδομή και για καλλιέργεια. Σ’ ένα χρόνο το Μοναστήρι στήθηκε. Μεγαλόπρεπο, απλόχωρο, εφάμιλλο του παλαιού. Με υποστατικά, με μετόχια, με ποίμνια. Αυτό φαίνεται καθαρά στην διαθήκη του κτίτορος μοναχού Δαβίδ που την έγραψε έναν χρόνο μετά την άφιξί του, δηλαδή το 1556. Είναι γραμμένη σε περγαμηνή και σώζεται μέχρι σήμερα. Εκεί αναφέρονται λεπτομερώς τα όσα έγιναν μέσα σ’ένα χρόνο και πώς έλαβεν αρχή αύτό το εξαίσιον έργο. Τον ίδιο χρόνο ο Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος, με σωζόμενο σιγίλιο ανακηρύσσει την Μονή Σταυροπηγιακή και Πατριαρχική. Στο σιγίλιο αυτό η Μονή ονομάζεται Παναγία Φανερωμένη. Τεκμήριο αδιάψευστο, ότι κάποια Εικόνα της Παναγίας βρέθηκε-φανερώθηκε. Δεν πρόκειται βέβαια για την ψηφιδωτή Εικόνα του Χριστού που αναφέραμε πιο πάνω. Το σιγίλιο ομιλεί για Παναγία Φανερωμένη. Επομένως σκάβοντας για το νέο
μοναστήρι, βρήκαν στα ερείπια του παλαιού την Εικόνα της Παναγίας. Ίσως οι δύο πατέρες να οδηγήθηκαν εδώ κατά τρόπο θαυμαστό για να ανεύρουν την Εικόνα τής Παναγίας, όπως συνέβη και με τον ευλαβή εκείνον ποιμένα.

Είναι απορίας άξιον πώς σε μια τόσο δύσκολη εποχή που οι ιστορικοί ονομάζουν «έποχή έξοντώσεως τού Ελληνισμού», κατάφεραν δύο «ρακενδύτοι» μοναχοί να ανοικοδομήσουν τέτοιο μοναστήρι καί σ’ ένα τόπο που «ες αεί ξύντροφον έχει την πενίαν». Μάλιστα τον επόμενο χρόνο το Μοναστήρι ανεγνωρίσθη διά σιγιλίου Σταυροπηγιακο και Πατριαρχικό, επί Οίκουμενικού Πατριάρχου Διονυσίου (1556). Μοιάζει σαν την ράβδο του Ααρών που αμέσως βλάστησε, πέταξε κλαδιά και κάρπισε. Μετά από λίγα χρόνια αγιογραφήθηκε το Καθολικό (Καθολικό λέγεται ο κεντρικός ναός της Μονής, όπου γίνονται οι λατρευτικές συνάξεις και απαραιτήτως oι Θ.Λειτουργίες των Κυριακών και των Δεσποτικών και Θεομητορικών εορτών). Ακόμη απέκτησε κειμήλια πανάκριβα και σπανίας τέχνης, όπως ο Επιτάφιος του 1584.

Η ίδρυσις και ανάπτυξις σε τόσο μικρό διάστημα της Μονής, είναι ένα αίνιγμα που μόνο σε θαύμα μπορεί να αποδοθή. Βέβαια μετά το 1580 θα πρέπει το Μοναστήρι να βοηθήθηκε πολύ απ’ τον Σκαρλάτο. Καταγόταν απ’ τ’ Άγραφα. «Τα αποτομώτατα όρη των Αγράφων των εδικών μας, την ρίζαν και την πηγήν του μακαρίτου και περιβοήτου Σκαρλάτου έχουν», όπως θα έγραφε αργότερα Ευγένιος ο Αιτωλός. Ξενιτεύθηκε. Πήγε στην Κων/πολι. Έγινε «σεϊτζής» δηλαδή διαχειριστής των δημοσίων φόρων. Άπέκτησε τεράστια περιουσία. Ένα εκατομμύριο χρυσά νομίσματα, εκτός της ακινήτου. Είναι ο πρόγονος των Μαυροκορδάτων και των Σκαρλάτων, ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας. Αυτός φρόντισε πολύ το Μοναστήρι που είχεν ιδρυθή «εις τας υπωρείας των Αγράφων», της πατρίδος του. Αυτός ανήγαγεν εις περιωπήν την «Ιεράν Μονήν Ιlαναγίας της Φανερωμένης τουπίκλην Τετάρνης» την εν τω Λευκοποτάμω.

Οφείλονται χάριτες στην Αρχαιολόγο Μαρία Θεοχάρη που με τις έρευνές της έφερεν εις φως αυτή την ξεχασμένη προσωπικότητα που έγινε από τους πρώτους ισχυρούς Φαναριώτες και βοήθησε τους κατατρεγμένους Ρωμιούς.

ΕΚΤΟΤΕ το Μοναστήρι διαδραματίζει σοβαρό και πρωτεύοντα ρόλο στα πράγματα της περιοχής. Η θέσις του δίπλα στο πέρασμα του γεφυριού της Τατάρνας, απ’ όπου οπωσδήποτε έπρεπε να περάσουν όσοι ήθελαν να. πάνε για Βάλτο, Άγραφα ή και Θεσσαλία ακόμη, η φιλόξενη διάθεσις των πατέρων, η αγάπη τους για την ελευθερία, κάνουν το Μοναστήρι φάρο φωτεινό μέσα στην «μελαμβαφή», σκοτεινή, ασέληνη και ατέλειωτη νύχτα της σκλαβιάς. Η φιλοξενία που παρείχε έμεινε παροιμιώδης. Ακόμα και σήμερα σ’ όλη σχεδόν την Ρούμελη, όταν θέλουν να επαινέσουν κάποιον για την φιλοξενία του του λένε: «Τατάρνα τόκαμε το σπίτι του». Και ήταν τότε η φιλοξενία μεγάλη παρηγοριά γιατί υπήρχε φτώχεια, κατατρεγμός και ολοήμερες οδοιπορίες. Οι οπλαρχηγοί του Αρματωλικίου των Αγράφων και του Βάλτου είχαν το Μοναστήρι «πασά-κονάκι». Σώζονται ενθυμήσεις σε παληά βιβλία για παραμονή εδώ του Κατσαντώνη (ο οποίος μάλιστα εδώρησε μια μεγάλη
ασημένια κανδήλα, αρίστης τέχνης, που σώζεται μέχρι σήμερα) του Ράγκου, του Λεπενιώτη, του Ανδρούτσου, του Καραϊσκάκη.

Ήταν ακόμη ορμητήριο γι’ αγώνες απελευθερωτικούς. Πολλά επαναστατικά κινήματα ξεκίνησαν απ’ εδώ. Ο ηρωϊκός Μητροπολίτης Λαρίσης Διονύσιος ο Φιλόσοφος, ο αποκαλούμενος από τους εχθρούς του Σκυλόσοφος, απ’ το Μοναστήρι της Τατάρνας ξεκίνησε το 1601 την επανάστασί του. Την επανάστασι εκείνη που τόσο τραγικό τέλος είχε. Όμως ο κατακτητής έβλεπε… κι’ αν δεν έβλεπε διαισθανόταν ότι κάτι μαγειρεύεται μέσα κει. Γι’ αυτό το Μοναστήρι «πατήθηκε», εδηώθη και κατεστράφη από ορδές Τουρκαλβανών τουλάχιστον ένδεκα φορές μέχρι την Επανάστασι του ’21. Ξαναχτιζόταν και πάλι εις πείσμα του κατακτητή, και πάλιν γινόταν κρησφύγετο κλεφτών και αρματωλών και κέντρο συνωμοσιών. Για να καταστραφή εκ νέου…

Σώζονται δραματικές εκκλήσεις των πατέρων της Μονής προς τους ηγεμόνες Μολδαυίας και Βλαχίας για βοήθεια. Εκεί μέσα εξιστορούνται τα δεινά της Μονής και οι καταστροφές της από τους επιδρομείς. Ακόμη, μέσα στις επιστολές των Διδασκάλων του Γένους Ευγενίου του Αιτωλού και του μαθητού του Αναστασίου του Γορδίου, φαίνεται καθαρά η αγωνία του Μοναστηριού, οι θυσίες του για την ελευθερία, oι καταστροφές και οι διώξεις που υφίστατο απ’ τις ορδές των υιών της Άγαρ, οι προσπάθειές του για ανάρρωσι. Πολλές φορές έφθασεν εις πέταυρα του Άδου. Αλλ’ η προστάτις και έφορος Παναγία δεν αφήκε… Στο 1804 ερημώνεται εντελώς για 8 μήνες, 800 Αρβανίτες πατούν το Μοναστήρι, μένονν μέσα και ρημάζουν τα πάντα. Οι Πατέρες ξαναγύρισαν και η ζωή συνεχίσθηκε. Όταν σήμανε η ώρα της Εθνεγερσίας, οι πατέρες δεν αρκέσθηκαν μόνον σε ευχές και δοξολογίες. Άδραξαν τ’ άρματα, ζώστηκαν σπάθες και ακολουθώντας τον Ηγούμενό τους Κυπριανό πολέμησαν
γενναία. Πολέμησαν στο πλευρό του Ανδρούτσου στην μάχη του γεφυριού της Τατάρνας (η πρώτη της Επαναστάσεως). Πολέμησαν στο πλευρό του Καραϊσκάκη στην μάχη της Κορομηλιάς. Πολέμησαν παντού όπου το χρέος προς την πατρίδα τους καλούσε.

Όλη η περιουσία του Μοναστηριού, κινητή, ακίνητη, ποίμνια, χρήματα, διετέθη για τον αγώνα. Έφθασε να συντηρή εξ ιδίων πόρων τέσσαρες χιλιάδες πολεμιστές, σε τροφές και τζιμχανέδες (πολεμοφόδια).

Ξεκίνησαν για τον αγώνα πενήντα πατέρες και επέστρεψαν μόνο δώδεκα κι’ αυτοί γυμνοί, ξυπόλυτοι, σακατεμένοι. Οι υπόλοιποι έπεσαν στα πεδία των μαχών. Αυτοί που επέζησαν γύρισαν για να συνεχίσουν τους ειρηνικούς τους πια αγώνες. Με λαχτάρα περπατούσαν μέρες ολόκληρες για να δουν ξανά το αγαπημένο τους Μοναστήρι. Όταν επί τέλους πλησίασαν, η καρδιά τους άρχισε να χτυπά γοργά. Σε λίγο θάμπαιναν στήν μάνδρα τα σκορπισμένα πρόβατα του Χριστού. Αλλ’ οποία απογοήτευσις! Τό Μοναστήρι τους ήταν στάχτη!

Στο 1823 ο Κούρτ Πασάς της Σκόντρας, κατεβαίνοντας με τα φουσσάτα του για να πνίξη στο αίμα τους επαναστατημένους ραγιάδες της Ρούμελης, έκαψε το Μοναστήρι, εκδικούμενος την ανταρσία των μοναχών και την βοήθειά τους στον Αγώνα… Δεν έμεινε τίποτε όρθιο. Έμεινε όμως ορθή η θέλησις για δημιουργία. Και κάτι ακόμη: σώθηκαν τα κειμήλια χάρις στην προνοητικότητα των ολίγων γερόντων μοναχών που είχαν μείνει στο Μοναστήρι φρουροί καί «προσμονάριοι» του κανδηλιού της Παναγίας.

Ας σταθούμε λίγο ακόμη σ’ εκείνο το παληό Μοναστήρι. Αξίζει τον κόπο. Εξ άλλου είναι χρέος και καθήκον ιερό.

Με την ευλογία της Παναγίας έφθασε σε τέτοια ακμή, ώστε να γίνη ένα απ’ τα πιο «περίπυστα», φημισμένα μοναστήρια της Ελλάδος. Με δωρεές και αγορές απέκτησε σημαντικές εκτάσεις γύρω. Η περιοχή εξημερώνεται, καλλιεργείται. Κυρίως αμπέλια κι’ εληές. Οι ακροποταμιές του Αχελώου και του Αγραφιώτη γεμίζουν μ’ ελαιόδεντρα. Η αγριέλαιος μεταβάλλεται εις καλλιέλαιον. Ο τόπος ημερεύει. Οι πατέρες διαρκώς καί πληθύνονται. Λένε ότι έφθασαν τους 250 στις αρχές του ΙΖ’ αιώνος, πράγμα διόλου απίθανο. Μαζεύονται και πολλοί λαϊκοί. Γίνεται μια κυψέλη πού βουϊζει απ’ την εργατιά. Πολλοί κατατρεγμένοι απ’ τον δυνάστη βρίσκουν καταφύγιο πίσω απ’ τα τείχη της Μονής. Όλοι βρίσκουν θαλπωρή, ασφάλεια.

Μένουν. Υπηρετούν στο Μοναστήρι. Άλλοι σαν κολλήγοι, άλλοι σαν βοσκοί, άλλοι σαν αγωγιάτες. Πλήθος πολύ τα ζώα και θέλουν ανθρώπους. Σιγά-σιγά ξεφυτρώνουν οι πρώτες καλύβες, τα πρώτα νοικοκυριά. Παντρεύονται, κάνουν οικογένειες. Γίνεται χωριό -η Τατάρνα. Όλοι ζουν φτωχικά, αλλ’ αρμονικά κάτω απ’ την προστατευτική σκιά του Μοναστηριού. Εδώ αναπνέουν ελεύθερα. Δεν φθάνει εύκολα το μολυσμένο χνώτο του κατακτητή. Και είναι γλυκό το ψωμί, όταν αισθάνεσαι ελεύθερος, όσο κι’ αν δεν είναι «καθάριο».

Εν τω μεταξύ τα μετόχια πληθύνονται. Δραγαμέστο, Αιτωλικό, Βραχώρι. Εδώ ο ίδιος ο Αλή Πασάς ο Τεπελενλής δίδει στο 1810 «μπουγιουρδί», άδεια και χτίζεται ο Ιερός Μετοχιακός Ναός της Αγίας Τριάδος. Σώζεται ακόμη η άδεια με την ιδιόχειρη υπογραφή του στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Ήταν μεγάλο μετόχι που έπαιζε σπουδαίο ρόλο στην πνευματική ζωή του Αγρινίου. Το Μοναστήρι έστελνε εναρέτους πνευματικούς που πολύ ωφέλησαν τον λαό του Θεού στα δύσκολα εκείνα χρόνια. Εκεί διασώθηκαν και τα κειμήλια της Μονής στις ώρες του μεγάλου ξεσηκωμού. Μαρτυρούνται ακόμη μετόχια στην Θεσσαλονίκη, στην Πόλη, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Οι πατέρες φθάνουν μέχρι την Αγία Ρωσία, εκλιπαρώντας ελέη, για να επουλώσουν τις συνεχείς πληγές.

Και η Γαληνοτάτη Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου, η Βενετία υπολογίζει σοβαρά το Μοναστήρι. Τα σύνορα με τις κτήσεις της είναι εδώ κοντά. Βρίσκεται σε συνεχή πόλεμο με τους Τούρκους. Άρα κάθε ανυπότακτος υπήκοος του Πατισάχ είναι σύμμαχός της. Τέτοιος ήταν και το Μοναστήρι της NUESTRA SINIORA DI TARNE, της Τατάρνας. Γίνεται κέντρο κατασκοπίας εναντίον των Τούρκων, κέντρο επαναστατικών ζυμώσεων. Η Γαληνοτάτη χαρίζει την εύνοιά της. Τέσσαρα ασημένια Άγια Ποτήρια και ένα βαρύ ασημένιο θυμιατό μαρτυρούν μέχρι σήμερα την ευγνωμοσύνη της Βενετίας. Ακόμη και χρυσό δουκάτο του δόγη Αλοΐσιο Μοντσενίγκο βρέθηκε στα ερείπια.

Και το Βασίλειο των Δύο Σικελιών δεν έμεινε ξένο από επαφές με το Μοναστήρι. Αλλά γι’ αυτά γίνονται ακόμη επιστημονικές έρευνες. Απο την μακρινή Ρωσία , έρχονται πλούσια δώρα.

Ένας αδελφός της Μονής Δουσίκου, ονόματι Αρσένιος, γίνεται Αρχιεπίσκοπος Ελασσώνος. Συνοδεύει τον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία τον Τρανό στο ταξίδι του για την Μόσχα στα 1586. Σκοπός η ανακήρυξις του Πατριαρχείου Μόσχας. Δεν επιστρέφει. Μένει για πάντα στον παγωμένο βορρά. Γίνεται Αρχιεπίσκοπος Αρχαγγέλων της Μεγάλης Ρωσσίας. Δεν ξεχνά την παλαιά του μετάνοια, ούτε την θυγατρική Μονή της Τατάρνας. Kαι απ’ εκεί στέλνει πλούσια δώρα, εικόνες, εγκόλπια χειρόγραφα. Πολλά σώζονται μέχρι σήμερα.

ΖΩΗ χωρίς γράμματα, τι ζωή μπορεί να είναι; Και χρειάζονται τόσο πολύ τα γράμματα αυτή την δύσκολη εποχή… Μόνο με την παιδεία θα μάθαιναν οι ραγιάδες ποιού γένους ήσαν απόγονοι, πώς ξέπεσαν και τι τους πρέπει. Γι’ αυτό καθ’ όλη την διάρκεια της σκλαβιάς, λειτουργεί εδώ σχολείο κοινών γραμμάτων -οχτωήχι και ψαλτήρι- για να μαθαίνουν oι πατέρες να «γινώσκουν α αναγινώσκουν», για να μαθαίνουν oι περίοικοι τα ιερά γράμματα, ώστε κάποτε η σπίθα να γίνη φλόγα.

Ο μεγάλος Διδάσκαλος του γένους Άγιος Ευγένιος ο Αιτωλός προσελκύεται απ’ την αγιότητα των πατέρων της Μονής και χειροτονείται εδώ διάκονος στα 1615. Ευγνωμοσύνης ένεκα στέλνει αργότερα, το 1650, ένα ασημένιο δισκοπότηρο, θαύμα τέχνης και λεπτουργικής. Υπάρχει μέχρι σήμερα διηγούμενο την εκτίμησι και την ευλάβεια του ανδρός προς την Μονή. Και μέχρι να κοιμηθή τον «οσίοις εμπρέποντα ύπνον», στην ηλιοστερή Γούβα των Βραγγιανών, δεν παύει να ενδιαφέρεται ποικιλοτρόπως για το Μοναστήρι πού θεωρούσε δικό του. Αυτό πράττει και ο μαθητής του Αναστάσιος ο Γόρδιος, ο ιατροφιλόσοφος. Ενδιαφέρεται ακόμη και για ασθενείς πατέρες και στέλνει συνταγές και γιατρικά προς θεραπείαν των.

Η κορυφαία στιγμή ακμής της Μονής είναι όταν ο Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Ανανίας γίνεται ηγούμενος. Παλαιός αδελφός της μονής, ανάγεται, ένεκα της αρετής και της μορφώσεώς του εις τον θρόνον της Αρχιεπισκοπής Φαναρίου. Κατόπιν προτροπής του διδασκάλου του Ευγενίου του Αιτωλού παραιτείται απ’ τον θρόνο και αναλαμβάνει να διακονήση ως ηγούμενος την Μονή της μετανοίας του. Έμεινε γνωστός στην ιστορία σαν: «ο Δεσπότης της Τατάρνας». Σ’ αυτόν το Μοναστήρι οφείλει πολλά.

ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ στην τρίτη περίοδο. Οι λίγοι πατέρες που απέμειναν αρχίζουν από το μηδέν. Γι’ αρκετά χρόνια μένονν στο Μετόχι του Αγίου Γεωργίου που απεiχε μια ώρα σχεδόν. Τώρα βρίσκεται στο βυθό της λίμνης. Εκεί ήσαν oι μύλοι, oι νεροτριβές, τα μαντάνια του Μοναστηριού. Ομως το πνεύμα της Βαυαροκρατίας ήταν φοβερά αντιμοναστηριακό. Διέλυσαν δια της βίας τετρακόσια είκοσι μοναστήρια και έδιωξαν τους πατέρες με τις κλωτσιές. Ποδοπάτησαν ιερά κειμήλια και άγια Λείψανα, κατέστρεψαν καλλιτεχνήματα ανυπολόγιστης αξίας. Θρηνεί ο Μακρυγιάννης για τον εμπαιγμό των ιερών και οσίων της φυλής. Ό,τι γλύτωσε από τους Τούρκους κατεστράφη από τους Βαυαρούς και τους ομόφρονές τους. Και είχαν πολλούς ομόφρονες, ακόμη και μεταξύ του «ανωτέρου» κλήρου. Πώς λοιπόν θα έπαιρναν άδεια γι’ ανοικοδόμησι με το πνεύμα που επικρατούσε; Από κει κοντά μάθανε oι πατέρες ότι θά περνούσε περιοδεύοντας, ο βασιληάς Όθων. Τον
συναντούν στη γέφυρα του Μανώλη. Ικετεύουν, εξιστορούν τις θυσίες του Μοναστηριού για τον αγώνα, του υπενθυμίζουν ότι χαρακτηρίσθηκε «διατηρούμενο». Kαι ο βασιληάς κάμπτεται. Χορηγεί την άδεια. Μάλιστα τους στέλνει και βαυαρό μηχανικό για τα σχέδια. Σώζονται ακόμη στα γενικά Αρχεία του Κράτους. Νέοι αγώνες, νέα τρεχάματα. Γίνεται έρανος καθ’ άπασαν την επικράτειαν. Το Μοναστήρι προσφέρει όλη του την οικονομική ικμάδα. Τζουμερκιώτες μαστόροι αρχίζουνν το 1841 να χτίζουν. Νοτιώτερα όμως απ’ το παλαιό γιατί ο μηχανικός έκρινε σαν επισφαλές το έδαφος. Το Μοναστήρι αρχίζει να υψώνεται μεγαλόπρεπο, εφάμιλλο ίσως του παλαιού. Προσπάθεια εργώδης. Oι πέτρες κουβαλιώνται απ’ το ποτάμι και πελεκιούνται επί τόπου. Τα μάρμαρα μεταφέρονται απ’ τον Κραβασαρά. Τα σίδερα απ’ την Πάτρα.

Τα ξύλα για στέγες και πατώματα κόβονται απ’ τον Άη-Λιά, το πλησιέστερο βουνό. Τα κεραμίδια ψήνονται σε κεραμαριό, λίγο πιο κάτω. Τα καρφιά τα σφυρίζουν οι γύφτοι. Σε τρία χρόνια το Μοναστήρι ήταν έτοιμο «Ηγουμενεύοντος Γερμανού». Βρισκόμαστε στο 1843. Χαρά και αγαλλίασις! Που όμως δεν διαρκεί για πολύ. Σ’ένα χρόνο η εκκλησία κάθισε και «σφράγισε», εράγισε. Κακή θεμελίωσις πάνω σε κούτσουρα καστανιας, σε τόπο ακατάλληλο, κούφιο, γεμάτο υπόγεια νερά. Αποτέλεσμα: η εκκλησία υφίσταται ρήγμα στον τρούλλο και στις κεραίες του σταυρού, την ανατολική και την δυτική. Αντηρίδες πού προστέθηκαν για να στηρίξουν το οικοδόμημα δεν ωφέλησαν σε τίποτε. Η εκκλησία ήταν καταδικασμένη. Ήταν όμορφη, είχε όμως σαν το άγαλμα του Ναβουχοδονόσορος, πήλινα πόδια.

Στάθηκε στα πόδια της εκατόν είκοσι χρόνια. Δεν έπαιρνε γιατριά. Και πολύ κράτησε. Θάλεγε κανείς ότι το «σφράγισμα» της εκκλησιάς ήταν σημείο της Παναγίας. Προειδοποίησις για επερχόμενα δεινά. Η εσωτερική κατάρρευσις επηκολούθησε ραγδαία. Η ακμή πέρασεν ανεπιστρεπτί. Οι παλαιοί πατέρες έφευγαν ένας ένας για τους ουρανούς. Οι λίγοι νέοι που προσήρχοντο να κοινοβιάσουν δεν είχαν το πνευματικό ανάστημα των προηγουμένων. Τα βουνά άρχισαν να αδειάζουν. Ο τόπος απομονώθηκε και πάλι. Άρχισε η πνευματική ερήμωσις. Πολλοί φορούσαν το ράσο γιά ψωμάκι, για να ζήσουν. Ξεχάσθηκε η καλογηρική, oι πατέρες, η εκκλησία. Ξανάπεσε αγραμματωσύνη και παχυλή αμάθεια. Λησμονήθηκαν τα μετόχια. Το μεγάλο μετόχι της Αγίας Τριάδος στο Βραχώρι το άρπαξαν με το έτσι θέλω και το μετέτρεψαν σε ενοριακό ναό. Ποιος θ’ αντιδρούσε; Τα υπόλοιπα μετόχια τα βρίσκουμε μόνο στα ταπιά και τα έγγραφα του Αρχείου.

Μόνη ασχολία των καλογήρων ήταν τα δικαστήρια με τους χωριανούς. Η παλιά ομοψυχία έσπασε. Δίκες για μια πιθαμή γης, για ένα αγριλίδι! Έγιναν φύλακες μιας καταδικασμένης περιουσίας. Ηλθαν μετά οι απαλλοτριώσεις. Δεν έφταιγαν για την παρακμή αυτές. Έπρεπε να γίνουν. Είχε μείνει εξ άλλου τόση περιουσία που μπορούσε να ευημερή. Οι τελευταίοι πατέρες γυμνήτευσαν και με επτά χιλιάδες ελαιόδενδρα δεν είχαν λάδι να ρίξουν στα φασούλια τους. Το Μοναστήρι ξεπουλιόταν από μέσα κι’ απ’ έξω. Έχει και η μακρυνή Ναύπακτος μεγάλο μέρος της ευθύνης για την κατάντια…

Δεν είναι εδώ ο κατάλληλος χώρος για να αναλύσωμε τα αίτια της παρακμής και αυτής της Μονής και τόσων άλλων. Επιγραμματικά όμως και με πύρινα γράμματα γράφομε οτι το μεγάλο αίτιο είναι η βιαία και κακοήθης αποκοπή των Πατριαρχικών Μονών από την Μητέρα Εκκλησία, το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Διώξανε την Μητέρα και ήλθε ή μητριά. Η πνευματική ανεξαρτησία που απήλαυαν υπό τας πτέρυγας της Μεγάλης Εκκλησίας ωδήγησε τα Μοναστήρια σε ακμή. Μια συμβολική εισφορά από τέσσαρες οκάδες κερί ή 100 γρόσια το χρόνο ήταν όλη και όλη η υποχρέωσις της Μονής για κάθε χρόνο. Όταν όμως έπεσαν στα χέρια των κατά τόπους αρχιερέων, τότε δη τότε…

Μέσα σε εκατό χρόνια η πτώσις επήλθε ραγδαία. Κακοδιοίκησις, κλεψιές, πλεονεξία διαχειριστών, αρπακτικά γεράκια, δεν άφησαν τίποτε όρθιο. Ώσπου το δράμα έληξε. Στα 1963 βίαιη κατολίσθησις υπερκειμένου όρους τάραξε συθέμελα το Μοναστήρι. Επί ένα μήνα η γή σειόταν και το Μοναστήρι χόρευε. Τά πάντα κατέρρευσαν. Χάθηκε το πολύτιμο ξυλόγλυπτο τέμπλο. Καταχωνιάσθηκε η Αγία Τράπεζα. Ψάξαμε αργότερα με μπουλντόζα. Δε βρέθηκε πουθενά. Συγχρόνως χάθηκε και η επίλοιπη κτηματική περιουσία. Πνίγηκε στην νέα λίμνη.

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ έμεινε ανάμνησις! Αλλ’ όχι! ‘Η Παναγία έχει τά δικά της σχέδια. Αρχίζει η τετάρτη περίοδος, η σύγχρονη. Το Μοναστήρι έχει καταστραφή. Έχει μείνει μόνον η νομική υπόστασις. Νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, δηλαδή μόνον η σφραγίδα. Έχουν μείνει ακόμη δύο γεροντάκια που ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες σε πρόχειρα παραπήγματα, κοντά στα χαλάσματα. Υπήρχαν προσέτι και δύο παρήγορες ακτίνες φωτός. Είχαν διασωθή κατά ένα μεγάλο ποσοστό τα ιερά Κειμήλια και τούτο χάρις στην αυτοθυσία -πρέπει να τονισθή αυτό- του δασκάλου του χωριού και των κατοίκων, που έσπευσαν να σώσουν ό,τι ήταν δυνατόν να σωθή. Και σώθηκαν πολλά. Υπήρχε και η αποζημίωσις απ’ τα κτήματα που πνίγηκαν στή λίμνη. Καλό προζύμι για μια καλή αρχή.

Αρχίζομε -καλοκαίρι του 1968- από πιάτο και πηρούνι, στην κυριολεξία. Στην πρώτη πανήγυρι που ξανάγινε ύστερα από διακοπή έξη ετών, στο χώρο της Μονής, κοιμηθήκαμε στο χώμα, στην ρίζα μιας αγριοροδιάς, για να προστατευόμαστε απ’ τον αέρα. Προσκέφαλο… τα παπούτσια μας και σκέπασμα το ράσο. Στην αρχή υπήρξαν αντιδράσεις. Κάθε άρχή και δύσκολη. Πολλοί ήθελαν να μοιρασθούν τα χρήματα της αποζημιώσεως. ‘Αλλοι -εν οις και οι εν Ναυπάκτω- να γίνη ένα μικρό εκκλησάκι, εις ανάμνησιν της πάλαι ποτε Μονής και τα υπόλοιπα χρήματα να… αξιοποιηθούν. Άλλοι, άλλα. Πάντως πολύ λίγοι πίστευαν ότι θα ξαναγίνη το Μοναστήρι.

Όμως το ήθελε η Παναγία. Tο ευλόγησε και το θαύμα, γιατί περί θαύματος έξαισίου πρόκειται, έγινε. Η ανοικοδόμησις άρχισε το 1969. Χτίσθηκε πρώτα ο μικρός ναός του Αγίου Σάββα για τις λατρευτικές ανάγκες των νέων αδελφών. Επίσης ένα μικρό οικοδόμημα προς διαφύλαξιν των ιερών Κειμηλίων. Νοτιώτερα και σε απόστασι πεντακοσίων και πλέον μέτρων από το παλαιό, αγοράσθηκε οικόπεδο, κατόπιν γνωματεύσεως ειδικού γεωλόγου. Κατεσκευάσθη το υδραγωγείο απ’ τις πηγές της Μονής. Με την ευλογία της Θεοτόκου η ανοικοδόμησις προχώρησε χωρίς προσκόμματα. Απ’ τον μηχανικό μέχρι και τον τελευταίο εργάτη, όλοι εργάσθηκαν φιλότιμα και συνειδητά. Έπρεπε η Μονή να γίνη αντάξια του παρελθόντος της. Η αποζημίωσις από τα κτήματα -περίπου τέσσαρα εκατομμύρια- έφθασε μόνο για τα θεμέλια και μερικές κολώνες. Χρειάζονταν χρήματα. Τα βρήκε η Παναγία. Η πολιτεία, οι ευσεβείς χριστιανοί, οι εν αυτή μονάζοντες, έδωσαν το «παρόν» Ύστερα από λίγα
χρόνια το έργο έφθασε σε σημείο που κανείς δεν το περίμενε. Και οι εργασίες συνεχίζονται…

 

Δόξα εις τον Κύριο και την Παναγία Αυτού Μητέρα. Τώρα το Μοναστήρι έχει μέσα τρείς Εκκλησίες: Το Καθολικό, εις τιμήν της Παναγίας. Εκτίσθη εις τύπον αγιορειτικόν τρίκογχον μετά τρούλλου. Εκεί έχει εναποτεθή η Θαυματουργός Eικώv της Παναγίας Ταταρνιωτίσσης. Είναι Εικών παλαιοτάτη, φθαρμένη από την πολυκαιρία και τις περιπέτειες, στον τύπο της Οδηγητρίας.

Ο «κάμπος» έχει καλυφθή από ασήμι και σμάλτο πολύ λεπτής τέχνης, ενώ δύο φωτοστέφανοι με πολυτίμους λίθους στεφανώνουν το μέτωπο της Παναγίας και του Ιησού. Πολυάριθμα αναθήματα κοσμούν την Αγίαν Εικόνα. Είναι όλα σχεδόν σύγχρονα, γιατί τα παλιά έγιναν μπαρουτόβολα για τον Αγώνα. Ένα ξυλόγλυπτο προσκυνητάρι πρόσφατο από ξύλο καρυδιάς, σαν θρόνος με κουβούκλιο βαστάζει την ιεράν Εικόνα και τα αναθήματα. Ασημένια κανδήλια απ’ τον παλαιό ναό κοσμούν τον θρόνο και ανάβονται προς τιμήν της Θεοτόκου. Τα θαύματά της είναι άπειρα. Οι παλαιοί διηγούνται πολλά.

Εμείς όμως που ζούμε μέσα στο Μοναστήρι έχονμε δει πάμπολλα. Δοξάζομε τον Θεό γιατί μας αξίωσε να είμαστε ταπεινοί διάκονοι και υπηρέται της Παναγίας Μητρός Του. Μέσα στο Καθολικό όλα είναι καινουργια. Τέμπλο, επισκοπικός θρόνος, προσκυνητάρια, πολυέλαιος, Άγια ποτήρια, θυμιατά, ευαγγέλια, όλα δωρεές ευσεβών χριστιανών. Μνησθείη Κύριος ο Θεός της αγάπης των. Πανηγυρίζει στις οκτώ Σεπτεμβρίου με συρροή πλήθους ευσεβών. Αφ’ εσπέρας τελείται αγρυπνία εις τιμήν της Θεοτόκου και την επομένην εορτάζεται η Σύναξις της Ιεράς Εικόνος.

Κάτω ακριβώς από το Καθολικό, υπάρχει Ναός ισομεγέθης με το καθολικόν, εις τιμήν των έξ Ευρυτανίας και των ομόρων περιοχών Αγίων. Αυτοί είναι:

1. Ο όσιος Ανδρέας που ασκήτευσε τον ΙΓ’ αιώνα στο απέναντι της Μονής βουνό της Κανάλας.

2. Ο Νεομάρτυς Μιχαήλ ο εκ Γρανίτσης που εμαρτύρησε το 1544 στην Θεσσαλονίκη.

3. Ο Οσιομάρτυς Δαμιανός, εκ Μυριχόβου. Ήθλησε τοδ 1568 ειίς Λάρισαν.

4. Ο Ιερομάρτυς Σεραφείμ, Αρχιεπίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου. Ήθλησε το 1601 εις Φανάριον.

5. Ο Νεομάρτυς Νικόλαος ο Καρπενησιώτης. Ήθλησε το 1672 εις Κων/πολιν.

6 Ο οσιοϊερομάρτυς Κυπριανός εκ Κλειτσού. Ήθλησε το 1679 είς Κων/πολιν.

7. Ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός. Εκοιμήθη το 1682 εις Μονήν Αγίας Παρασκευής Γούβας Βραγγιανών.

8. Ο Οσιομάρτυς Ρωμανός έξ Αντρανόβης Εύρυτανίας. Ήθλησε το 1694 εις Κ/πολιν.

9. Ο Όσιος Ακάκιος εκ Γολίτσης. Εκοιμήθη το 1730 εις Καυσοκαλύβια Αγίου Όρους.

10. Ο Εθνομάρτυς και Ισαπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός. ‘Ηθλησε το 1770 εις Κολικόντασι Βορείου Ηπείρου.

11. Ο Οσιομάρτυς Γεράσιμος εκ Μεγάλου Χωρίου. Ήθλησε το 1812 εις Κων/πολιν, και

12. Ο Νεομάρτυς Ιωάννης εκ Κονίτσης ο εξ Αγαρηνών. ‘Ηθλησε το 1814 εις Βραχώριον.

Η εορτή των αγίων αυτών εθεσπίσθη, αδεία της Ιεράς Συνόδου, το 1971. Έκτοτε εορτάζονται την τελευταίαν Κυριακήν του μηνός Αυγούστου δι’ αγρυπνίας και ειδικής Ακολουθίας.

Παραπλεύρως και προς νότον του Καθολικού ανηγέρθη Ναός εις τιμήν του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου του Τροπαιοφόρου. Πρόκειται περί μονοκλίτου κεραμοσκεπούς ξυλοστέγου βασιλικής, όπου τελούνται κατά τας καθημερινάς οι Ιερές Ακολουθίες. Πανηγυρίζει στις 3 Νοεμβρίου και στις 23 ‘Απριλίου.

Όπως αναφέραμε πιο πάνω, πλησίον των ερειπίων της Μονής του 1841, ανηγέρθη Ιερόν Κάθισμα και Ναός εις τιμήν του οσίου Πατρός ημών Σάββα του Ηγιασμένου. Είναι και ναός κοιμητηριακός γιατί εκεί θάπτονται οι κοιμώμενοι αδελφοί. Εκεί παραμένουν και οι αδελφές που διακονούν στην Ιερά Μονή.

Ακόμη χτίσθηκαν κελλιά διά τους μοναχούς, ξενών για τους προσκυνητές, σκευοφυλάκειο για την διαφύλαξι των Ιερών Θησαυρισμάτων, «Αρχονταρίκι», τράπεζες και όλοι oι λοιποί χώροι, οι απαραίτητοι για την ζωή της Μονής.

Ταυτοχρόνως η Μονή απέκτησε καί δύο μετόχια.

Το ένα βρίσκεται στο Καρπενήσι σε υψόμετρο 1060 μέτρων, στην «οφρύν» της πόλεως. Τιμάται επ’ ονόματι του Αγίου Νεκταρίου, Αρχιεπισκόπου Πενταπόλεως του θαυματουργού. Χτίσθηκε με δωρεές των ευλαβών κατοίκων της πόλεως του Καρπενησίου. Άρχισε να οίκοδομήται το 1971 και τελείωσε μετά από τρία χρόνια. ‘Αποτελεί μικρογραφία μοναστηριού με Ναό σε ρυθμό μονοκλίτου Βασιλικής, κελλιά, μικρό ξενώνα, αρχονταρίκι, τράπεζα και λοιπά χρειώδη. Έχει υπέροχη θέα προς την πόλι, την κοιλάδα της Ποταμιάς του Καρπενησιώτη και όλα τα γύρω βουνά. Πανηγυρίζει στίς 9 Νοεμβρίου. Γίνεται αγρυπνία με μεγάλη συρροή ευλαβών εκ της πόλεως και της γύρω περιοχής. Ο Άγιος τιμάται ωσαύτως και στις 3 Σεπτεμβρίου, ημέραν ανακομιδής των Ιερών αυτού Λειψάνων. Στον περίβολο του μετοχίου αυτού ανοικοδομείται τώρα (1995) ναός εις τιμήν του Αγίου Αποστόλου Παύλου. Κάτω απ’ αυτόν υπάρχει κρύπτη για να εναποτεθούν εν καιρώ τα οστά του
δολοφονηθέντος βουλευτού Ευρυτανίας Παύλου Μπακογιάννη.

Στα 1973 άρχισε να ανοικοδομείται στο Μικρό Χωριό Ευρυτανίας, μέσα σ’ ένα καταπράσινο δάσος από έλατα και δρυς, το γυναικείο Ιερόν Ησυχαστήριον της Οσίας μητρός ημών Μαρίας της Αιγυπτίας. Δεν άργησε να αποπερατωθή. Oι εκεί μονάζουσες έχουν την πνευματική και διοικητική εξάρτησί τους απ’ το κεντρικό Μοναστήρι της Παναγίας.

ΠΑΡ’ΟΛΕΣ τις περιπέτειες, τις δηλώσεις, τις καταστροφές, σώθηκαν πολλά Ιερά Κειμήλια, σπάνια και πολύτιμα. Το σημαντικό είναι ότι από το 1969 και εξής, αυξάνουν συνεχώς. Πολλοί που κρατούσαν κειμήλια της Μονής, σαν είδαν ότι η καρδιά του Μοναστηριού άρχισε πάλι να χτυπά, τα επέστρεψαν. Άλλοι «υπό της συνειδήσεως ελεγχόμενοι» τα έστειλαν ανωνύμως. Ακόμη έρευνες που έγιναν ανεκάλυψαν κειμήλια σκορπισμένα εδώ και κεί. Βρέθηκε το αρχείο της Μονής που εθεωρείτο απολεσθέν. Αφιερώθηκαν πολλά νέα αντικείμενα, όπως εικόνες, αρχαία νομίσματα, αρχεία επιφανών προσώπων και άλλα.

Το Αγιον Μανδήλιον. Εικών εκ Ρωσίας, ιε΄αι

——————————————————————————–

Για την Εικόνα της «Άκρας ταπεινώσεως» μιλήσαμε διεξοδικά πιο πάνω. Υπάρχουν ακόμη: Αργυροχρυσομεταξοκέντητος Επιτάφιος σπανίας τέχνης του 1584, έργον Αρσενίου Μοναχού. Ωσαύτως «αήρ» του αυτού κεντητού. Επιτραχήλια, επιγονάτια, ζώνες, επιμάνικα, όλα χρυσοκέντητα του ΙΣΤ’ και ΙΖ’ αιώνος.

Εγκόλπια, σταυροί ξυλόγλυπτοι, αργυροί, σμαλτωμένοι, Άγια ποτήρια, θυμιατά, Ιερά Ευαγγέλια, αντιμίνσια, ιερές Εικόνες από τον ΙΓ’ αιώνα και εξής, κανδήλια ασημένια, με πρώτο την κανδήλα που αφιέρωσε ο ήρωας Κατσαντώνης, έργο μοναδικής ομορφιάς (πολλών εξ αυτών φωτογραφίαι δημοσιεύονται εις το ανά χείρας βιβλίον).

Υπάρχουν ακόμη χειρόγραφα μεγάλης αξίας, όπως οι λόγοι Γρηγορίου του Θεολόγου επί περγαμηνής του ΙΑ’ αιώνος (το αρχαιότερο κειμήλιο της Μονής), θείες Λειτουργίες, Ευαγγελιστάρια, σιγίλια και έγγραφα πατριαρχικά, φιρμάνια Τουρκικά, αρχείο ανέκδοτο καί άλλα πολλά.

Αξιόλογος είναι και η βιβλιοθήκη, το «ψυχης ιατρείον», που όλο και πλουτίζεται. Έχει παλαιότυπα, στερεότυπες εκδόσεις, μηναία με ενθυμήσεις, βιβλία ποικίλης υλης. Πολλά είναι δώρο του επισκόπου Ναυπακτίας και Ευρυτανίας Ανθίμου (+ 1881 ). Τελευταία ο μακαριστός Μητροπολίτης Ναυπάκτου Δαμασκηνός (+ 1984) αφήκε ως κληροδότημα στην μοναστηριακή βιβλιοθήκη, όλα του ίστορικού περιεχομένου βιβλία του, συμποσούμενα σε οκτακόσιους τόμους περίπου.

Άλλος Θησαυρός ειναι τα Άγια Λείψανα. Φυλάσσονται στο Καθολικό της Μονής σε αργυρές Λειψανοθήκες. Προσκυνούμε ευλαβικά τα τεμάχια Αγίων Λειψάνων των Αγίων:

Τρύφωνος, Χαραλάμπους, Ταρασίου Κων/πόλεως, Ακακίου Καυσοκαλυβίτου, Γερασίμου του εκ Μεγάλου Χωρίου, Παντελεήμονος, Ιωάννου Θεολόγου, Ιωάννου του Ελεήμονος, Ιακώβου του Πέρσου, Ελευθερίου, Παταπίου, Ιωάννου του Κουκουζέλους, Θεοδώρου Στρατηλάτου, Πολυκάρπου Σμύρνης, Αντίπα Περγάμου, Γεωργίου Τροπαιοφόρου, Ιουλίττης, Παρασκευής, Νικολάου Καρπενησιώτου, Μηνά, Πέτρου Αλεξανδρείας, Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, Μοδέστου Ιεροσολύμων, Αναστασίας Φαρμακολυτρίας, Ιωάννου του εκ Κονίτσης καί άλλων.

Εξαιρέτως τιμούμε και προσκυνούμε δύο τεμάχια Τιμίου Ξύλου του Ζωοποιού Σταυρού του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.

Δοξάζομε τον Άγιον Θεόν για τις πολλές του δωρεές προς ημάς τους αμαρτωλούς. ΕΤΣΙ Η ΜΟΝΗ συνεχίζει την ιστορική πορεία της. Με την βοήθεια του εν Τριάδι προσκυνουμένου Θεού και τις μεσιτείες της Υπεραγίας Θεοτόκου, τηρεί πιστά τις παραδόσεις των Αγίων Πατέρων. Ακολουθεί στις Ιερές Ακολουθίες, τις αγρυπνίες, τις Θείες Λειτουργίες το αρχαίο Τυπικό του Οσίου και Θεοφόρου Πατρός ημών Σάββα του Ηγιασμένου. Διατηρεί την ώρα της Αγίας Γραφής. Αρχίζει δηλαδή να μετρά το ημερονύκτιο από δύσεως ηλίου. Δύσις ηλίου=12. Πράγμα που παραξενεύει τους προσκυνητές. Πολλές φορές μας γυρνούν τα ρολόγια. Νομίζουν ότι σταμάτησαν ή ότι δεν πάνε καλά. Είναι αδιανόητο γι’ αυτούς, ότι υπάρχει και άλλος τρόπος μετρήσεως του χρόνου πέραν του ευρωπαϊκού. Τηρεί κατά δύναμιν τις νηστείες του όλου ενιαυτού και απαγορεύει στους μοναχούς της την κρεωφαγία και την οινοποσία εντός και εκτός αυτής.

Αξίζει να παρακολουθήση ο προσκυνητής την τάξιν της Μονής στις Ιερές Ακολουθίες. Θα δη πόσο διαφέρουν απ’ τις Ακολουθίες του κόσμου. Εδώ είναι απλές, απέριττες, σεμνές, κατανυκτικές, χωρίς θόρυβο και μεγάφωνα, χωρίς ηλεκτρικά φώτα, με μόνο το ιλαρό φως του κανδηλιου καί του καθαρού κεριού. Ο Θεός εδώ υμνείται και δοξολογείται χωρίς άτακτες φωνές και κραυγές, χωρίς επιτήδευσι και επίδειξι λαρυγγισμών, χωρίς την κενοδοξία και την άγνοια της ψαλτικής παραδόσεως που τόσο έχει βαθεια αλλοιώσει την ορθόδοξη λατρεία μας… Οι Ιερές Ακολουθίες τελούνται όπως απαιτούν οι αρχαίες τυπικές διατάξεις, χωρίς συντμήσεις και κολοβώσεις χωρίς αυθαίρετες επεμβάσεις. Το τάλαντο, τα σήμαντρα, οι καμπάνες, δίνουν μιά ξεχωριστή χροιά και φέρνουν στο νου μνήμες παλαιάς δόξης και ευκλείας. Όλα έχουν το λόγο της υπάρξεώς τους. Η λατρεία στο μοναστήρι είναι «λογική» και «έλλογος».

Συνεχίζει ακόμη το Μοναστήρι την παράδοσι της φιλοξενίας και δέχεται τους προσκυνητές σαν αγγέλους Θεού. Βέβαια δεν έχουν όλοι οι προσκυνητές τους ίδιους σκοπούς. Πολλοί (μπορούμε να πούμε οι περισσότεροι) έρχονται με ευλάβεια να προσκυνήσουν την Παναγία, να βρουν παρηγοριά, βάλσαμο για τις πληγές τους. Άλλοι έρχονται για να αποθέσουν το βάρος των αμαρτιών τους, να εξομολογηθούν, να φύγουν ξαλαφρωμένοι, ξανανιωμένοι. Άλλοι έρχονται από αρχαιολογικά ενδιαφέροντα. Να δουν τα κειμήλια, να θαυμάσουν την τέχνη. Άλλους τους τραβά η ωραία φύσις, το μαγευτικό περιβάλλον.

Άλλοι ξεκινούν από απλή περιέργεια. Τι είδους άνθρωποι είναι oι καλόγηροι, ανήκουν άραγε στο ανθρώπινο γένος; Oι πολύ λίγοι φθάνουν εδώ με πρόθεσν να βρουν ελλείψεις, και ελλείψεις πάντοτε θά υπάρχουν. Είναι έτοιμοι να κατηγορήσουν.Ευτυχώς είναι οι ελάχιστοι. Όμως για όλους υπάρχει απόθεμα αγάπης. Για όλους υπάρχει το ποτήριον ψυχρού ύδατος. «Ο Πατριάρχης Αβραάμ, γράφει Θεόδωρος ο Εμέσσης, την φιλοξενίαν εργασίαν κεκτημένος, προ της σκηνής εκαθέζετο, τους παριόντας προσκαλούμενος και πάσιν εξήπλου την τράπεζαν, ασεβέσι τε και, βαρβάροις μη διακρινόμενος. διό δη και της θαυμαστής εκείνης εστιατορίας κατηξιώθη, ξενίσας αγγέλους και τον των όλων Δεσπότην. Και ημείς τοίνυν της φιλοξενίας, μετά πολλής της σπουδής και της προθυμίας, επιμελώμεθα, ίνα μη μόνον αγγέλους, αλλά και τον Θεόν υποδεξώμεθα»…

Σκοπός μας δεν είναι να αναπτύξωμε εδώ τι είναι μοναχισμός. Πρέπει όμως oι ευλαβείς προσκυνηταί να γνωρίζουν ότι «μοναχός εστιν ο έξωθεν του κόσμου καθήμενος και αεί δεόμενος του Θεού τυχείν των μελλόντων αγαθών» (Ισαάκ ο Σύρος). Όπως δε λέγει ο Μέγας Βασίλειος «ο ασκητικός βίος ένα σκοπόν έχει, την της ψυχής σωτηρίαν».

Οι ολίγοι μονάζοντες σ’ αυτό το μοναστήρι, ένα σκοπό έχουν τάξει στην ζωή τους: να πλέκουν το τρίπλοκο σχοινί, που θα τους ανεβάση στη βασιλεία των ουρανών. Αυτό το σχοινί πλέκεται με την ολόθερμη (παρά τις πολλές τους αμαρτίες) αγάπη τους προς τον Σωτήρα Χριστόν, «υπέρ ου αποθανείν ετοίμως έχουσι», με την αγάπη για τους αδελφούς Χριστιανούς, τους ευλαβείς προσκυνητές και τον κόσμον όλο, για την σωτηρία του οποίου νυχθημερόν εύχονται, και με την αγάπη για την σωτηρία των ψυχών τους. Γι’ αύτά τα τρία άφησαν κόσμον και τα του κόσμου, γι’ αυτά τα τρία θανατούνται όλην την ημέραν, μ’αυτά τα τρία ελπίζουν να κληρονομήσουν βασιλείαν Ουρανών.

Παρακαλούμε βοηθήστε τους με την ευγενή και καλή συμπεριφορά σας, με την αγάπη σας να το πετύχουν. Σ’αυτό θα βοηθήση πολύ η ανάγνωσις ενός άλλου βιβλίου. Επιγράφεται «Οδηγός Ορθοδόξου προσκυνητού». Έχει πολλά να σας πη. Αξίζει τον κόπο. Και να είσθε βέβαιοι ότι η Θεοτόκος Μαρία θα πρεσβεύη πάντοτε στον Υιό και Θεό της. για σας, για την σωματική και ψυχική σας υγεία, για την οικογένειά σας, για το ευλογημένο Γένος των Ορθοδόξων.

Advertisements

Η απέραντη αγάπη της Παναγίας για το Θεό και τους ανθρώπους

Η Θεοτόκος

Όταν η ψυχή κατέχεται από την αγάπη του Θεού, τότε, ω, πως είναι όλα ευχάριστα, αγαπημένα και χαρούμενα. Αυτή η αγάπη όμως συνεπάγεται θλίψη· κι όσο βαθύτερη είναι η αγάπη, τόσο μεγαλύτερη είναι κι η θλίψη.
Η Θεοτόκος δεν αμάρτησε ποτέ, ούτε καν με το λογισμό, και δεν έχασε ποτέ τη Χάρη, αλλά κι Αυτή είχε μεγάλες θλίψεις. Όταν στεκόταν δίπλα στο Σταυρό, τότε ήταν η θλίψη Της απέραντη σαν τον ωκεανό κι οι πόνοι της ψυχής Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτεροι από τον πόνο του Αδάμ μετά την έξωση από τον Παράδεισο, γιατί κι η αγάπη Της ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από την αγάπη του Αδάμ στον Παράδεισο. Κι αν επέζησε, επέζησε μόνο με τη Θεία δύναμη, με την ενίσχυση του Κυρίου, γιατί ήταν θέλημά Του να δει την Ανάσταση κι ύστερα, μετά την Ανάληψή Του, να παραμείνει παρηγοριά και χαρά των Αποστόλων και του νέου χριστιανικού λαού.
Εμείς δεν φτάνουμε στην πληρότητα της αγάπης της Θεοτόκου, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να εννοήσουμε πλήρως το βάθος της θλίψεώς Της. Η αγάπη Της ήταν τέλεια. Αγαπούσε άπειρα το Θεό και Υιό Της, αλλ’ αγαπούσε και το λαό με μεγάλη αγάπη. Και τί αισθανόταν τάχα, όταν εκείνοι, που τόσο πολύ αγαπούσε η Ίδια και που τόσο πολύ ποθούσε τη σωτηρία τους, σταύρωναν τον αγαπημένο Υιό Της;
Αυτό δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, γιατί η αγάπη μας για το Θεό και τους ανθρώπους είναι λίγη. Κι όμως η αγάπη της Παναγίας υπήρξε απέραντη και ακατάληπτη, έτσι απέραντος ήταν κι ο πόνος Της που παραμένει ακατάληπτος για μας.
Άσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πες σ’ εμάς τα παιδιά Σου, πώς αγαπούσες τον Υιό Σου και Θεό, όταν ζούσες στη γη; Πώς χαιρόταν το πνεύμα Σου για το Θεό και Σωτήρα Σου; Πώς αντίκριζες την ομορφιά του προσώπου Του; Πώς σκεφτόσουν ότι Αυτός είναι Εκείνος, που Τον διακονούν με φόβο και αγάπη όλες οι Δυνάμεις των ουρανών;
Πες μας, τί ένοιωθε η ψυχή Σου, όταν κρατούσες στα χέρια Σου το Θαυμαστό Νήπιο; Πώς το ανέτρεφες; Πώς πονούσε η ψυχή Σου, όταν μαζί με τον Ιωσήφ Τον αναζητούσες τρεις μέρες στην Ιερουσαλήμ; Ποιάν αγωνία έζησες, όταν ο Κύριος παραδόθηκε στην σταύρωση και πέθανε στο Σταυρό;
Πες μας, ποιά χαρά αισθάνθηκες για την Ανάσταση ή πώς σπαρταρούσε η ψυχή Σου από τον πόθο του Κυρίου μετά την Ανάληψη;
Οι ψυχές μας λαχταρούν να γνωρίσουν τη ζωή Σου με τον Κύριο στη γη· αλλά Συ δεν ευδόκησες να τα παραδώσεις όλ’ αυτά στη Γραφή, αλλά σκέπασες το μυστήριό Σου με σιγή.

Πολλά θαύματα και ελέη είδα από τον Κύριο και τη Θεοτόκο, αλλά μου είναι τελείως αδύνατο ν’ ανταποδώσω κάπως αύτη την αγάπη.

Τί ν’ ανταποδώσω εγώ στην Υπεραγία Θεοτόκο, που δεν με περιφρόνησε ενώ ήμουν βυθισμένος στην αμαρτία, αλλά μ’ επισκέφθηκε σπλαγχνικά και με συνέτισε; Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μού έδωσε να Την αναγνωρίσω από τα γεμάτα χάρη λόγια Της και το πνεύμα μου χαίρεται κι η ψυχή μου παρασύρεται τόσο από την αγάπη προς Αυτήν, ώστε και μόνη η επίκληση του ονόματός Της γλυκαίνει την καρδιά μου.
Όταν ήμουν νεαρός υποτακτικός, προσευχόμουν μια φορά μπροστά στην εικόνα της Θεομήτορος και μπήκε τότε στην καρδιά μου η προσευχή του Ιησού κι άρχισε από μόνη της να προφέρεται εκεί.

Μια άλλη φορά άκουγα στην εκκλησία την ανάγνωση των προφητειών του Ησαΐα, και στις λέξεις «Λούσασθε και καθαροί γίνεσθε» (Ησ. α’ 16) σκέφτηκα: «Μήπως η Παναγία αμάρτησε ποτέ, έστω και με το λογισμό;». Και, ω του θαύματος! Μέσα στην καρδιά μου μια φωνή ενωμένη με την προσευχή πρόφερε ρητώς: «Η Θεοτόκος ποτέ δεν αμάρτησε, ούτε καν με την σκέψη». Έτσι το Άγιο Πνεύμα μαρτυρούσε στην καρδιά μου για την αγνότητά Της.
Εν τούτοις κατά τον επίγειο βίο Της δεν είχε ακόμα την πληρότητα της γνώσεως και υπέπεσε σ’ ορισμένα αναμάρτητα λάθη ατέλειας. Αυτό φαίνεται από το Ευαγγέλιο· όταν επέστρεφε από την Ιερουσαλήμ, δεν ήξερε που είναι ο Υιός Της και Τον αναζητούσε τρεις μέρες με τον Ιωσήφ ( Λουκ. β ‘ 44-46).

Την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ’ εμάς. Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας

Η ψυχή μου γεμίζει από φόβο και τρόμο, όταν αναλογίζομαι τη δόξα της Θεομήτορος.

Είναι ενδεής ο νους μου και φτωχή κι αδύναμη η καρδιά μου, αλλά η ψυχή μου χαίρεται και παρασύρομαι στο να γράψω έστω και λίγα λόγια γι’ Αυτήν.
Η ψυχή μου φοβάται να το αποτολμήσει, αλλά η αγάπη με πιέζει να μην κρύψω τις ευεργεσίες της ευσπλαχνίας Της.
Η Θεοτόκος δεν παρέδωσε στη Γραφή ούτε τις σκέψεις Της ούτε την αγάπη Της για τον Υιό και Θεό Της ούτε τις θλίψεις της ψυχής Της, κατά την ώρα της σταυρώσεως, γιατί ούτε και τότε θα μπορούσαμε να τα συλλάβουμε. Η αγάπη Της για το Θεό ήταν ισχυρότερη και φλογερότερη από την αγάπη των Χερουβείμ και των Σεραφείμ κι όλες οι Δυνάμεις των Αγγέλων και Αρχαγγέλων εκπλήσσονται μ’ Αυτήν.
Παρ’ όλο όμως που η ζωή της Θεοτόκου σκεπαζόταν, θα λέγαμε, από την αγία σιγή, ο Κύριος όμως φανέρωσε στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας πως η Παναγία μας αγκαλιάζει με την αγάπη Της όλο τον κόσμο και βλέπει με το Άγιο Πνεύμα όλους τους λαούς της γης και, όπως και ο Υιός Της, έτσι κι Εκείνη σπλαγχνίζεται και ελεεί τους πάντες.
Ω, και να γνωρίζαμε πόσο αγαπά η Παναγία όλους, όσους τηρούν τις εντολές του Χριστού, και πόσο λυπάται και στενοχωριέται για κείνους που δεν μετανοούν! Αυτό το δοκίμασα με την πείρα μου.
Δεν ψεύδομαι, λέω την αλήθεια ενώπιον του Θεού, πως γνωρίζω πνευματικά την Άχραντη Παρθένο. Δεν Την είδα, αλλά το Άγιο Πνεύμα μου έδωσε να γνωρίσω Αυτήν και την αγάπη Της για μας. Χωρίς την ευσπλαχνία Της η ψυχή θα είχε χαθεί από πολύν καιρό. Εκείνη όμως ευδόκησε να μ’ επισκεφθεί και να με νουθετήσει, για να μην αμαρτάνω. Μου είπε: «Δεν μ’ αρέσει να βλέπω τα έργα σου». Τα λόγια Της ήταν ευχάριστα, ήρεμα, με πραότητα και συγκίνησαν την ψυχή. Πέρασαν πάνω από σαράντα χρόνια, μα η ψυχή μου δεν μπορεί να λησμονήσει εκείνη τη γλυκειά φωνή και δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω την αγαθή και σπλαγχνική Μητέρα του Θεού.
Αληθινά, Αυτή είναι η βοήθειά μας ενώπιον του Θεού και μόνο τ’ όνομά Της χαροποιεί την ψυχή. Αλλά κι όλος ο ουρανός κι όλη η γη χαίρονται με την αγάπη Της.
Αξιοθαύμαστο κι ακατανόητο πράγμα. Ζει στους ουρανούς και βλέπει αδιάκοπα την δόξα του Θεού, αλλά δεν λησμονεί κι εμάς τους φτωχούς κι αγκαλιάζει με την ευσπλαχνία Της όλη τη γη κι όλους τους λαούς.
Κι Αυτή την Άχραντη Μητέρα Του ο Κύριος την έδωσε σ’ εμάς. Αυτή είναι η χαρά και η ελπίδα μας. Αυτή είναι η πνευματική μας Μητέρα και βρίσκεται κοντά μας κατά τη φύση σαν άνθρωπος και κάθε χριστιανική ψυχή ελκύεται από την αγάπη προς Αυτήν.

 

Πηγή: Αρχιμ. Σωφρονίου, Άγιος Σιλουανός Ο Αθωνίτης, Έκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου Έσσεξ, Σ. 425-428.

«Θα σας ξανασυναντήσω εκεί»

 

Εμφάνιση της Παναγίας Φανερωμένης Λευκάδας σε ένα ζευγάρι Βολιωτών

Ένα απόγευμα, το Καλοκαίρι του 2012, κατά την διάρκεια του Αποδείπνου, ένα ζευγάρι στέκονταν για αρκετή ώρα ακίνητο μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Όταν ρωτήσαμε να μας εξηγήσουν την αιτία αυτής της στάσης τους μας διηγήθηκαν τα εξής:

Είχαμε βρεθεί στη Λευκάδα, πριν δύο χρόνια, για διακοπές. Την τελευταία ημέρα καθώς αποχαιρετούσαμε τους ιδιοκτήτες των ενοικιαζομένων δωματίων όπου είχαμε διαμείνει, μας ρώτησαν αν μέσα σε όσα επισκεφτήκαμε στο νησί ήταν και το Μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης. Εμείς τότε δεν είχαμε επαφή με την Εκκλησία και το να επισκεφθούμε ένα Μοναστήρι, και μάλιστα κατά τις ημέρες των διακοπών, ήταν από τα πράγματα που δεν θα προγραμματίζαμε. Όμως μιας και είχαμε αρκετό χρόνο και μας είπαν ότι η Μονή είναι κοντά αποφασίσαμε να δούμε και αυτό το «αξιοθέατο» (έτσι το αντιλαμβανόμασταν).

Καθώς ανηφορίζοντας προσπεράσαμε το χωριό Φρύνι, αμφιβάλλαμε για το αν είχαμε ακολουθήσει τη σωστή κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου λίγο πριν τη Μονή, όπου κατεβαίνει ένας χείμαρρος και ο δρόμος σχηματίζει πέταλο, συζητούσαμε την απορία μας.

Τότε συναντήσαμε μια γυναίκα που κατέβαινε από τον λόφο. Το παράστημά της ήταν επιβλητικό, φορούσε μακριά ανοιχτόχρωμα ρούχα και όλη η εμφάνισή της ήταν εντυπωσιακή. Όταν την πλησιάσαμε σταθήκαμε και τη ρωτήσαμε εάν γνωρίζει πού είναι η Μονή της Παναγίας και αν πηγαίναμε σωστά. Τότε αυτή μας απάντησε με μειλίχια καθαρή φωνή: «Σωστά πηγαίνετε. Το Μοναστήρι είναι λίγο πιο πάνω. Και εγώ από εκεί έρχομαι και σε λίγο θα επιστρέψω. Και εγώ εκεί μένω. Θα σας ξανασυναντήσω εκεί». Ήταν η φωνή της σαν δροσερή αύρα μέσα στο κάμα του μεσημεριού.

Την ευχαριστήσαμε και συνεχίσαμε τον δρόμο. Καθώς όμως βρεθήκαμε στην απέναντι πλευρά στο πέταλο του δρόμου, κοιτάξαμε να δούμε ξανά αυτή την γυναίκα, αλλά δεν υπήρχε πουθενά κανείς. Σκεφθήκαμε ότι ίσως να λιποθύμησε από τον καύσωνα, και αφού σταματήσαμε κατεβήκαμε να την βρούμε. Αλλά μάταια. Φωνάξαμε, τρέξαμε προς τα κάτω, αλλά καμία απόκριση. Είχαμε αρχίσει να σαστίζουμε. Μπήκαμε τέλος στο αμάξι μας και μείναμε αμήχανοι και ακίνητοι για αρκετή ώρα. Όταν ξεκινήσαμε κάνεις δεν είχε διάθεση να συζητήσουμε. Βρισκόμασταν σε βαθειά απορία.

Μετά από λίγα μέτρα φθάσαμε στη Μονή. Ήταν μεσημέρι και δεν είχε κόσμο. Και εμείς, ως τουρίστες παρά ως προσκυνητές, επισκεπτόμασταν και περιεργαζόμασταν τις αυλές, το Μουσείο, την θέα προς τη θάλασσα, χωρίς να μπούμε στον Ιερό Ναό της Παναγίας. Για εμάς τότε αξία είχαν όλα τα υπόλοιπα. Όλη αυτή την ώρα δε, συνεχίζονταν η αμήχανη σιωπή μας. Μετά από λίγα λεπτά πήραμε τον δρόμο προς την έξοδο και καθώς βλέπαμε άλλους να μπαίνουν στον Ιερό Ναό, νωχελικά τους ακολουθήσαμε από περιέργεια.

Είχαμε καιρό να μπούμε σε Εκκλησία και γι’ αυτό μας δημιουργούσε κατάνυξη το καθετί. Καθίσαμε και η σκέψη μας ξεκουράζονταν μαζί με το σώμα μας. Κάποια στιγμή προσέξαμε ότι όλοι έμπαιναν στο δεξιό μέρος του Ιερού και προσκυνούσαν. Αφού έφυγαν όλοι σηκώθηκε πρώτα ο σύζυγός μου και πήγε και αυτός στο χώρο εκείνο. Στεκόταν ακίνητος και κοιτούσε αποσβολωμένος προς μία εικόνα. Εγώ τον κοιτούσα με ανησυχία διότι δεν είναι άνθρωπος που εντυπωσιάζεται ή εκδηλώνεται εύκολα. Πήγα κοντά του να τον ρωτήσω τί συμβαίνει. Όταν αντίκρισα την Εικόνα που κοιτούσε έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου.

Στην Εικόνα της Παναγίας της Φανερωμένης αναγνωρίσαμε τη γυναίκα που είχαμε συναντήσει στον δρόμο προηγουμένως. Το πρόσωπό της, το χαμόγελό της, τα ρούχα της ήταν ξανά μπροστά μας. Καθώς από τα μάτια μας έτρεχαν δάκρυα θυμηθήκαμε ότι μας είχε πει: «Θα σας συναντήσω ξανά εκεί στο Μοναστήρι».

Μετά από αυτή την συνάντηση άλλαξε η ζωή μας. Αναζητήσαμε τον Θεό και γνωρίσαμε την Εκκλησία Του. Καταλάβαμε ότι είμαστε μέλη του Σώματος του Χριστού και ότι η Εκκλησία είναι το υπόλοιπο Σώμα Του. Εξομολογούμαστε και κοινωνούμε τακτικά διότι εκεί βρήκαμε το αληθινό νόημα της ζωής.

 

Πηγή: Περιοδικό «Φανερωμένη», Τριμηνιαία έκδοση, τ. 28 Απρίλιος- Ιούνιος 2017.

Η Παναγία Φανερωμένη μέσα από τις παραδόσεις των προσφύγων.

Η Παναγία Φανερωμένη μέσα από τις παραδόσεις των προσφύγων.

Η αγάπη και ο σεβασμός των κατοίκων του Δήμου Παγγαίου προς το πρόσωπο της Παναγίας φαίνεται τόσο μέσα από τις προσφυγικές παραδόσεις, όσο και από το γεγονός ότι ο πρώτος ναΐσκος που κατασκεύασαν, ερχόμενοι στη νέα πατρίδα, στην είσοδο της Νέας Περάμου ήταν αφιερωμένος στην Παναγία.
Σύμφωνα με την παράδοση και τις μαρτυρίες των κατοίκων που πέρασαν από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας, το λιμάνι της Νέας Περάμου χρησιμοποιήθηκε το 1919 για την επιβίβαση του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, με προορισμό τα παράλια της Μικράς Ασίας. Το τελευταίο βράδυ πριν από την αναχώρηση, ένας στρατιώτης ονειρεύτηκε την εικόνα της Παναγίας στον τόπο όπου κατασκήνωσαν. Το όνειρο κρίθηκε ως θεϊκό σημάδι και την επομένη, σκάβοντας, βρέθηκε μια μικρή εικόνα σε οβάλ σχήμα. που αναπαριστούσε τη Θεοτόκο βρεφοκρατούσα.
Οι πρόσφυγες, που το 1922 και το 1923 ήρθαν από την παλιά Πέραμο στην Καβάλα για να εγκατασταθούν και να δημιουργήσουν μια νέα πατρίδα, κατασκεύασαν έναν μικρό ναΐσκο για να φυλάξουν την εικόνα της Παναγίας. Το 1945, στην ίδια θέση, με χρήματα κατοίκων της περιοχής, ανεγέρθη το σημερινό παρεκκλήσι. Δυστυχώς, η οβάλ εικόνα της Παναγίας κλάπηκε το 1977, μαζί με τάματα και αφιερώματα.
Η μοναδική αυτή ιστορία ταυτίζεται με την ιστορία μιας άλλης εικόνας της Παναγίας Φανερωμένης, που βρισκόταν στο Μοναστήρι της Λανγκάδας στην παλιά Πέραμο, την οποία οι κάτοικοι τιμούσαν στις 15 Αυγούστου. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης ή Περαμιώτισας, μετά την καταστροφή του 1922 μεταφέρθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα.
Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στη Νέα Πέραμο συνέδεσαν την οβάλ εικόνα της Παναγίας με τη δική τους εικόνα της Παναγίας Φανερωμένης που δεν μπόρεσαν να φέρουν μαζί τους. Έτσι, αποφάσισαν να τιμούν την εκκλησία που ανέγειραν στην είσοδο της Νέας Περάμου, την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.
Το 1938, ο μακαριστός ιερέας Δημοσθένης Θεοδωρίδης αγιογράφησε ένα πιστό αντίγραφο της Παναγίας Φανερωμένης, μικρότερων διαστάσεων, που όμως για τους κατοίκους της Νέας Περάμου έχει ιδιαίτερη συναισθηματική και θρησκευτική αξία. Κάθε χρόνο, την παραμονή της μεγάλης Θεομητορικής γιορτής, η εικόνα μεταφέρεται με λιτανεία από το ναό του Αγίου Νικολάου, όπου φυλάσσεται, στο παρεκκλήσι στην είσοδο της Νέας Περάμου για να την προσκυνήσουν οι πιστοί.
Παναγία Φανερωμένη Νέας Ηρακλείτσας: Η εικόνα που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Ακόμα πιο εντυπωσιακή είναι η ιστορία της εικόνας της Παναγίας Φανερωμένης της Ν. Ηρακλίτσας. Τρεις μοναχές, την Αγνή, την Τατιανή και την Παϊσία επέλεξε η Θεοτόκος- σύμφωνα με την παράδοση- για να φανερώσουν την εικόνα της. Η παράδοση θέλει τις τρεις γυναίκες, το 1700 να εγκαθίσταται σ’ ένα ερειπωμένο πύργο στην παλιά Ηρακλίτσα, έναν πύργο που οι κάτοικοι της περιοχής τον θεωρούσαν στοιχειωμένο, γιατί τις νυχτερινές ώρες ακούγονταν θόρυβοι και εμφανίζονταν οπτασίες γυναικών.
Ο φόβος και η ανησυχία των τριών μοναχών έδωσαν τη θέση τους στο δέος και το θαυμασμό που τους συνεπήρε, όταν, καθώς έσκαψαν σ’ έναν τοίχο του πύργου, διαπίστωσαν ότι υπήρχε μια μικρή κρύπτη κι εκεί μέσα πίσω από ένα καντήλι μια εικόνα της Θεοτόκου.
Την Παναγία Φανερωμένη ή Παναγία της Κρύπτης, σύμφωνα με την ίδια παράδοση, την έχει αγιογραφήσει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, ενώ μέχρι τις μέρες μας έχουν καταγραφεί πολλά θαύματα της εικόνας. Φέρεται να είναι μια από το τρεις εικόνες της Παναγίας που φιλοτέχνησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς.
Προς τιμή της Παναγίας Φανερωμένης, ο ερειπωμένος πύργος μετατράπηκε σε παρεκκλήσι. Το 1922, η εικόνα μαζί με όλα τα ιστορικής αξίας κειμήλια μεταφέρθηκαν στην Μονή Ιβήρων στο Άγιο Όρος για να προστατευτούν από τη θηριωδία των Οθωμανών.
Το 1932, με την αγαθή προαίρεση των μοναχών, η ιερά εικόνα μεταφέρθηκε από τη Μονή Ιβήρων, στο λιμανάκι της Νέας Ηρακλίτσας. Πλήθος κόσμου, με βαθιά συγκίνηση, υποδέχθηκαν την Παναγία Φανερωμένη στη νέα της πατρίδα. Η εικόνα τοποθετήθηκε στον ιερό ναό του Αγ. Γεωργίου και σύμφωνα με την παράδοση, όπως την τηρούσαν οι πρόσφυγες, γιορτάζεται στις 23 Αυγούστου, δηλαδή εννιά μέρες μετά την Κοίμηση της Θεοτόκου.
 

Η θαυμαστή ιστορία της εικόνας.

 

Το 1881 μία κάτοικος της Κρήνης (Τσεσμέ) Μικράς Ασίας ζήτησε από την Αγία Άννα –μητέρα της Παναγίας μας- να της χαρίσει ένα τέκνο κι αυτή θα αφιέρωνε μια εικόνα στην χάρη της. Πράγματι η Αγία εισάκουσε το αίτημά της και η συγκεκριμένη πιστή ζήτησε από έναν αγιογράφο των Κυδωνίων (Αϊβαλί) να αγιογραφήσει την Αγία, όπως και έγινε. Η εικόνα έμεινε μνημειώδης για την ζωντάνια των προσώπων. Αυτό, όμως, που την έκανε ξεχωριστή ήταν πως απεικονιζόταν η Αγία Άννα μαζί με την κόρη της , την Θεοτόκο, σε ηλικία 12 ετών κοπέλα. Σπανιότατα απεικονίζεται η Παναγία μας ωσάν κοπέλα, πράγμα που την έκανε εξαρχής μοναδική την συγκεκριμένη αγιογραφία. Η εικόνα αμέσως δωρίσθηκε στον περίλαμπρο ναό την Αγίας Φωτεινής, στην Σμύρνη, και από την πρώτη στιγμή άρχισε την θαυματουργή της «δράση». Ο ίδιος ο Άγιος Εθνομάρτυρας Χρυσόστομος Σμύρνης έστελνε τα άτεκνα ζευγάρια να παρακαλέσουν μπροστά στην εικόνα, ύστερα από 40 μέρες νηστείας, για να τους χαρίσει η Αγία ένα τέκνο. Τα αιτήματα χιλιάδες, όπως και χιλιάδες τα θαύματα της τεκνοποίησης. Το 1922 έρχεται η ολέθρια καταστροφή της Μ.Ασίας. Στην Σμύρνη η βαρβαρότητα και οι ωμότητες των Τούρκων δεν σταματούν στις λεηλασίες, στους βιασμούς και στους σκοτωμούς. Εισβάλουν και στις εκκλησιές κλέβοντας ό,τι πολύτιμο βρίσκουν, καταστρέφοντας τα υπόλοιπα. Έτσι λοιπόν ανάβουν μία φωτιά έξω από τον Ι.Ναό και ρίχνουν στις φλόγες τις άγιες εικόνες της εκκλησίας της Αγίας Φωτεινής. Την δεδομένη στιγμή περνάει από την περιοχή η Γιασεμή Κολάρα η οποία, λόγω της συνοδείας υπαλλήλων της αγγλικής πρεσβείας (καθώς πήγε να πάρει την εξαδέλφη της που δούλευε στην αγγλική πρεσβεία), μπόρεσε και διέσχισε με σχετική ασφάλεια την περιοχή. Η πορεία της όμως πέφτει πάνω στην βάρβαρη πράξη του καψίματος των ιερών εικόνων. Βλέποντας το ανίερο και αποτροπιαστικό θέαμα, χωρίς να το σκεφθεί, φωνάζει ένα τουρκάκι που τους συνοδεύει, ονόματι Αλί, του δίνει ό,τι χρήματα είχε πάνω της και του ζητάει να πάει να δωροδοκήσει τους Τούρκους ένοπλους, που είχαν μαζευτεί γύρω από το σημείο της καύσης, ώστε να τον επιτρέψουν να περάσει και να πάρει όποια εικόνα προλάβει από την πυρά καθώς, όπως έλεγε, «θα μας κάψει ο Θεός που βλέπουμε να καίγεται η κληρονομιά μας». Πράγματι ο Αλί καταφέρνει να περάσει και την πρώτη εικόνα που πιάνει την φέρνει στην Γιασεμή. Με μεγάλη συγκίνηση η Γιασεμή βλέπει πως η εικόνα που έσωσε ήταν αυτή της Αγίας Άννης την οποία δώρισε πριν από 40 χρόνια η μητέρα της στην Αγία Φωτεινή ως τάμα για το πρώτο της παιδί! Το γεγονός είναι κυριολεκτικά θαυμαστό! Η εικόνα κρατήθηκε ως οικογενειακό κειμήλιο το οποίο , καθ’όλην την διάρκεια τως χρόνων, πραγματοποιούσε θαύματα σε όσους την επικαλούνταν. Τα χρόνια πέρασαν και το οικογενειακό κειμήλιο βρέθηκε στα χέρια των απογόνων της Γιασεμής και συγκεκριμένα στην οικογένεια Μαϊστράκη. Τελικά η οικογένεια Μαϊστράκη αποφασίζει να δωρίσει το οικογενειακό κειμήλιο στο μοναστήρι της Αναλήψεως Βοιωτίας ώστε να υπάρχει η δυνατότητα να ευεργετηθεί όσος περισσότερος κόσμος μπορεί από την θαυματουργή εικόνα. Από τότε τα αιτήματα χιλιάδες, το ίδιο και τα θαύματα της τεκνοποίησης. Οι μαρτυρίες άφθονες για άτεκνα ζευγάρια, πολλά με σοβαρά προβλήματα, τα οποία μετά από τάμα προς την Αγία κατάφεραν και τεκνοποίησαν.

Το μοναστήρι αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα εκατοντάδες προσκυνήματα της πατρίδος μας που προσφέρουν ίαση ψυχής και πνεύματος. Πραγματικός φάρος πίστεως. Το μοναστήρι είναι ανοικτό για το κοινό και τους πιστούς.

Πληροφορίες :

Ιερό γυναικείο Ησυχαστήριο «Ανάληψις του Κυρίου»

Σκούρτα Βοιωτίας

Φωτογραφία της Eftixia Sarof.

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ

 

 

ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ

Η’ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟY
ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟY ΣΥΜΠΟΣΙΟY
ΣΤΕΛΕΧΩΝ ΙΕΡΩΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΝ

«ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟΝ ΕΟΡΤΟΛΟΓΙΟΝ»
18-20 Σεπτεμβρίου 2006 – Βόλος

ΟΙ ΘΕΟΜΗΤΟΡΙΚΕΣ ΕΟΡΤΕΣ
τοῦ κ. Γ. Ν. Φίλια

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου αἰ., ὁ Μόδεστος Ἱεροσολύμων (†634) ἔγραφε: Ἄφατος καὶ πανίερος γνῶσις τῶν σεπτῶν ἑορτῶν τῆς Θεομήτορος Χριστοῦ· ἐπεὶ καὶ τὸ μυστήριον ὑπερένδοξον, καὶ πάσαις οὐρανίαις δυνάμεσι καὶ βροτοῖς ἀκατάληπτον· καὶ πολυποίκιλος ὁ τῆς σοφίας λόγος κἄν ἀπορῇ πρὸς ἔπαινον ἐπαξίως τοῦ θαύματος, τοῦ πᾶσαν γνῶσιν νοερᾶς τε καὶ λογικῆς κτίσεως ὑπερβαίνοντα(1). Στὸ κείμενο αὐτὸ (ποὺ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπὸ τὰ παλαιότερα θεομητορικὰ ἐγκώμια) ἀνακεφαλαιώνεται μὲ ἐξαιρετικὴ σαφήνεια τὸ πλαίσιο τῆς θεολογικῆς σπουδῆς τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν: ἡ γνώση τους συνιστᾶ μία μυστηριακὴ διαδικασία, ἀντίστοιχη τοῦ περιεχομένου τους, τὸ ὁποῖο δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὸ «ἀκατάληπτο»- τόσο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη σοφία, ὅσο καὶ γιὰ τὶς οὐράνιες δυνάμεις- μυστήριο τῆς Θείας Οἰκονομίας, τοῦ θεϊκοῦ σχεδίου γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Οὐδεμία θεολογικὴ ἔρευνα περὶ τὴν ἱστορία καὶ τὶς ἐπιμέρους τελετουργικὲς πτυχὲς τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ παραβλέποντας τὸ πλαίσιο αὐτὸ τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας.

(α) Πηγὲς περὶ τοῦ βίου τῆς Θεοτόκου

Στὰ Εὐαγγέλια ἐλλείπουν πληροφορίες περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸν Κύριο. Ἡ ἀλήθεια αὐτὴ ἰσχύει καὶ γιὰ τὴ Θεοτόκο, περὶ τῆς ὁποίας οἱ πληροφορίες τῶν Εὐαγγελίων εἶναι πενιχρότατες(2). Παρὰ ταῦτα, ἡ μεγάλη θέση τῆς Θεοτόκου στὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας ὤθησε τοὺς Χριστιανοὺς νὰ μελετήσουν, ἀπὸ τὰ πρωτοχριστιανικὰ χρόνια, τὰ σχετικὰ μὲ τὸ βίο της(3). Ἔτσι, δημιουργήθηκαν ἀπόκρυφες διηγήσεις, κάποιες ἀπὸ τὶς ὁποῖες ὀνομάστηκαν «εὐαγγέλια», καὶ οἱ ὁποῖες ἐστόχευαν νὰ συμπληρώσουν τὰ κενὰ τῶν κανονικῶν Εὐαγγελίων τόσο περὶ τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ Ἰησοῦ, ὅσο καὶ περὶ τῆς Θεοτόκου. Οἱ ἀπόκρυφες αὐτὲς διηγήσεις διεσώθησαν στὴν Ἐκκλησία μέσα ἀπὸ τὸ ἑορτολόγιο, τὴν ἁγιογραφία καὶ τὴν ὑμνογραφία.

Ἡ σημαντικότερη ἀπόκρυφη πηγὴ περὶ τῶν Θεομητορικῶν ἑορτῶν εἶναι τὸ «Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου»(4), στὸ τέλος τοῦ ὁποίου καταχωρίζεται μαρτυρία, ἡ ὁποία ἀποσκοπεῖ νὰ περιβάλει τὴν ὅλη διήγηση μὲ τὸ κῦρος Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου(5). Εἶναι σαφὲς ὅτι ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος δὲν εἶναι ὁ συγγραφέας τοῦ κειμένου, ἄν καὶ ὁ Ὠριγένης δέχεται τὸ ἀκριβῶς ἀντίθετο(6). Οἱ διάφορες μελέτες χρονολογοῦν τὸ κείμενο περὶ τὰ μέσα τοῦ 2ου αἰ.(7). Τὰ 25 κεφάλαια τοῦ Πρωτευαγγελίου διαλαμβάνουν τὰ σχετικὰ μὲ τὴ Γέννηση, τὰ Εἰσόδια καὶ τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ καὶ τὰ περὶ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τῆς προσκυνήσεως τῶν Μάγων, τῆς διασώσεως τοῦ Ἰησοῦ καὶ τοῦ Ἰωάννου ἀπὸ τὴ σφαγὴ τῶν νηπίων καὶ τῆς θανατώσεως τοῦ Ζαχαρίου ἀπὸ τὸν Ἡρώδη.

Μία ἄλλη ἀπόκρυφη πηγὴ δευτερεύουσας σημασίας εἶναι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ψευδο- Ματθαίου, ἔργο τοῦ 4ου-5ου αἰ.(8), τὸ ὁποῖο περιέχει μὲν στοιχεῖα ἐκ τοῦ Πρωτευαγγελίου, παραθέτει ὅμως καὶ πλῆθος ἀπόκρυφων διηγήσεων, οἱ ὁποῖες εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐλεγχόμενες. Εὐτυχῶς, ἡ ἐκκλησιαστικὴ συνείδηση λειτούργησε κατὰ τρόπο, ὁ ὁποῖος διασφάλιζε τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ἀπὸ τὰ ἀναληθῆ καὶ μυθοπλαστικὰ στοιχεῖα τοῦ συγκεκριμένου ἀπόκρυφου εὐαγγελίου.

(β) Ἡ ἐξέλιξη ἕως τῆς ἐμφανίσεως τῶν πρώτων θεομητορικῶν ἑορτῶν

Πρωταρχικὴ εἶναι ἡ ἐπισήμανση ὅτι πρέπει νὰ διακρίνουμε μεταξὺ τιμῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο καὶ τελετουργικῆς ἐκδηλώσεως τῆς τιμῆς αὐτῆς (δηλαδὴ δημιουργίας τῆς ἑορτῆς). Ἡ τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο εἶναι ἔκδηλη ἤδη ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἀποστόλων(9), οἱ ὁποῖοι εἶναι αὐτόπτες μάρτυρες τῆς σημαντικῆς παρουσίας τῆς Θεοτόκου στὸ ἔργο τοῦ Υἱοῦ της ἤδη ἀπὸ τὴν παρέμβασή της κατὰ τὸ πρῶτο θαῦμα στὴν Κανά. Ἀλλὰ καὶ ἡ παρουσία τῆς Θεοτόκου ἐντὸς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων, ἐφόσον ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε ἐμπιστευθεῖ τὴ μητέρα Του στὸν Ἰωάννη, εἶναι σίγουρο ὅτι θὰ ἐνίσχυε τὸ κῦρος της στὴ συνείδηση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος(10).

Ἐφόσον ἡ πρὸς τὴ Θεοτόκο τιμὴ ἦταν ἐξαιρετικὴ καὶ καθολική(11), ποιοὶ λόγοι ἐπέδρασαν ὥστε νὰ μὴν θεσμοθετηθοῦν ἀπο τὴν πρωτοχριστιανικὴ ἐποχὴ ἑορτὲς πρὸς τιμή της; Ἡ ἀπάντηση εὑρίσκεται πιθανὸν στὸ γεγονὸς τοῦ φόβου τῆς πρώτης Ἐκκλησίας γιὰ τὸ συσχετισμὸ τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν μὲ εἰδωλολατρικές. Γνωρίζουμε, ἐπὶ παραδείγματι, τὴν ὕπαρξη μιᾶς γυναικείας αἱρέσεως στὴν Ἀραβία, τῶν «Κολλυριδιανῶν», τὰ μέλη τῆς ὁποίας παρεσκεύαζαν σὲ ὁρισμένες ἡμέρες τοῦ ἔτους μικροὺς ἄρτους («κολλυρίδας» ἤ «κολλύρια») πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου. Ἡ συνήθεια αὐτὴ προερχόταν ἀπὸ ἀρχαῖο εἰδωλολατρικὸ ἔθιμο, τὸ ὁποῖο περιγράφει ὁ Ἱερεμίας, ὅτι οἱ ἀρχαῖες Χανααναῖες προσέφεραν στὴ «βασίλισσα τῶν οὐρανῶν» τοὺς «χανῶνες»(12). Ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμῖνος πιστοποιεῖ τὴν ὕπαρξη τῆς αἱρέσεως κατὰ τὸν 4ο αἰ.(13), ἐνῶ ἀναφέρεται καὶ στὴν αἵρεση τῶν «Ἀντιδικομαριαμιτῶν»(14), ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸ Νεστοριανισμὸ τοῦ 5ου αἰ. εἶχαν δημιουργήσει ἀρνητικὸ κλῖμα γιὰ τὴ δημιουργία θεομητορικῶν ἑορτῶν.

Οἱ μαριολογικὲς αἱρέσεις, ὅμως, ἐλειτούργησαν, τελικῶς, κατὰ τρόπο ἀντίστροφο σὲ σχέση μὲ τὶς εἰδωλολατρικὲς ἑορτές(15). Ἡ Ἐκκλησία ἐθεώρησε ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἑορτολογικὴ θεσμοθέτηση τῆς ἤδη ὑπάρχουσας τιμῆς πρὸς τὴ Θεοτόκο. Τοιουτοτρόπως, ἡ δημιουργία τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ἀπέβη κεντρικὸς σταθμὸς στὴν ἱστορία τῆς θεομητορικῆς θεολογίας(16). Κατ᾿οὐσίαν δὲν ἐπρόκειτο περὶ νέων ἀρτιφανῶν ἑορτῶν, ἀλλὰ περὶ πρωτοχριστιανικῶν, οἱ ὁποῖες ἐκδηλώθηκαν ἐπίσημα περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ.(17). Γι᾿αὐτὸ δὲν ἐκπλησσόμαστε ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι, ἀμέσως μετὰ τὴν ἐμφάνισή τους οἱ θεομητορικὲς ἑορτὲς «ὑπερέβαλαν σὲ ἔνταση, παλμὸ καὶ περιεχόμενο ὅλες τὶς μέχρι τοῦδε ἰσχύουσες ἑορτὲς ἀποστόλων, μαρτύρων, ὁσίων καὶ λοιπῶν ἁγίων»(18).

Ἐδῶ ἀγόμεθα πρὸς τὸ πρῶτο σαφὲς συμπέρασμα: ὅτι μετὰ τὴ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο, τὴν κατοχυρώσασα δογματικῶς τὴν περὶ τῆς Θεοτόκου πίστη τῆς Ἐκκλησίας, δημιουργήθηκαν οἱ κατάλληλες συνθῆκες ἀναπτύξεως τοῦ θεομητορικοῦ ἑορτολογικοῦ κύκλου(19), γεγονὸς ποὺ στηρίζεται ἐπὶ τῆς καθολικῆς καὶ ἀμείωτης τιμῆς πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου στὴ χριστιανικὴ Ἐκκλησία τῶν τεσσάρων πρώτων αἰώνων(20). Ὁ 5ος αἰ., ἄλλωστε, εἶναι ἡ περίοδος ἐμφανίσεως τῶν πρώτων ναῶν πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου(21), γεγονὸς τὸ ὁποῖο συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν ἑορτολογικὴ θεσμοθέτηση τῆς τιμῆς πρὸς τὸ πρόσωπό της.

Θὰ ἀναφερθοῦμε, ἀκολούθως, στὶς τέσσερεις θεομητορικὲς ἑορτὲς (Γενέσιο, Εἰσόδια, Εὐαγγελισμὸς καὶ Κοίμησις), προτάσσοντας τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως. Δὲν θὰ ἀναφερθοῦμε στὴν ἑορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς, ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο κατ᾿ἀρχὰς ὡς θεομητορική, ἀλλὰ ἐπεκράτησε ὁ χαρακτήρας της ὡς δεσποτικῆς.

(γ) Ἡ ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως

Στὶς 9 Δεκεμβρίου ἑορτάζεται ἡ «Σύλληψις τῆς Θεοτόκου» (ἑορτὴ τῆς ἁγίας Ἄννης, μητέρας τῆς Θεοτόκου). Τὸ μηνολόγιο τῆς ἡμέρας ἐκθέτει τὰ ἑορταζόμενα γεγονότα: πρὸς τὸν Ἰωακεὶμ καὶ τὴν Ἄννα, ὁ Θεὸς προεμήνυσε τὴ σύλληψη τῆς ἀγόνου καὶ στείρας, ἵνα βεβαιώσῃ τῆς Παρθένου τὴν γέννησιν. Ὅθεν συνελήφθη ἡ ἁγία παρθένος…ἐξ ἐπαγγελίας μέν, ἐξ ἀνδρὸς δὲ συναφείας(22). Ἀπὸ τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἡ βαρύτητα εὑρίσκεται στὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο θὰ ἐπακολουθήσει καὶ στὸ ὁποῖο εἰσάγει ἡ Σύλληψη: στὴ γέννηση τῆς Παρθένου. Γι᾿αὐτὸ οἱ δύο ἑορτὲς (Σύλληψη καὶ Γενέσιον) εὑρίσκονται σὲ συνάφεια περιεχομένου.

Τὰ αἴτια καὶ οι χρονικοὶ παράμετροι τοῦ ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ διερευνηθοῦν πλήρως. Θὰ ἀναμείνουμε, μᾶλλον, τὰ δεδομένα καθορισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου), ἐκ τῆς ὁποίας προφανῶς καθορίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον (περίοδος κυήσεως) ἡμερομηνία τῆς 9ης Δεκεμβρίου. Οἱ πρῶτες μαρτυρίες τελέσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ἀνάγονται στὰ τέλη τοῦ 7ου- ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ.(23). Ἔκτοτε, ἡ ἑορτὴ διαδόθηκε εὐρύτατα, μὲ ἀποκορύφωμα τὸ 12ο αἰ., ὅταν ἐπὶ αὐτοκράτορος Μανουὴλ Κομνηνοῦ ἔλαβε ἐπίσημο κρατικὸ χαρακτήρα(24).

Τὸ ἀρχαιότερο ἐγκώμιο τῆς ἑορτῆς εἶναι ὁ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς Ἁγίας Ἄννης τοῦ Ἰωάννου μοναχοῦ καὶ πρεσβυτέρου Εὐβοίας (8ος αἰ.)(25). Στὸ κείμενο αὐτὸ ἐξιστοροῦνται τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ἀτεκνία τοῦ Ἰωακεὶμ καὶ τῆς Ἄννας, μὲ τὴν ἀπόρριψη τῶν δύο ἀπὸ τὸ θρησκευτικὸ περιβάλλον τους λόγῳ τῆς ἀτεκνίας τους, μὲ τὴ θερμὴ προσευχὴ τοῦ καθενὸς σὲ διαφορετικὸ τόπο, καθὼς καὶ μὲ τὴν πληροφόρηση τοῦ Θεοῦ ὅτι ἡ προσευχή τους εἰσακούστηκε. Ἡ ἐγκωμιαστικὴ Ὁμιλία ὁλοκληρώνεται μὲ τὴν ἐπισήμανση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου, ὅτι μετὰ τὴν ἐξαγγελία τοῦ Θεοῦ ἡ Ἄννα συνέλαβε τη Θεοτόκο διὰ τῆς φυσιολογικῆς βιολογικῆς ὁδοῦ. Παρόμοιες πληροφορίες παρέχει στοὺς Λόγους του περὶ τῆς ἑορτῆς τῆς Συλλήψεως ὁ Γεώργιος Νικομηδείας (†860)(26), καθὼς καὶ ὁ Ἰάκωβος Μοναχὸς (†1099)(27). Τὰ γεγονότα περὶ τῆς Συλλήψεως τῆς Θεοτόκου ἐμπλουτίζει ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος (†1015), ὁ ὁποῖος ὅμως παραθέτει ἐλεγχόμενες πληροφορίες (ὅπως τὰ σχετικὰ μὲ τὴν ὀνοματοδοσία τῆς Θεοτόκου κατὰ τὴν ἐξαγγελία τῆς Συλλήψεως)(28).

Ὁ Εὐθύμιος Κωνσταντινουπόλεως (†917) ἀποκαλεῖ τὴν ἑορτὴ τῆς Συλλήψεως ὡς «πρώτη ἀπ᾿ὅλες τὶς ὑπόλοιπες», ὡς «πρόξενο τῆς σωτηρίας» μας καὶ ὡς «πάταξη» τοῦ «ὄφεως», ὑπὸ τὴν ἔννοια τῆς ἀναιρέσεως τῶν ἐπιπτώσεων τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος(29). Ὁ ἴδιος ἀναφέρεται στὸν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ἑορτασμὸ τῆς Συλλήψεως, μαρτυρώντας περὶ «χαριστηρίων φωνῶν» οἱ ὁποῖες προέρχονται ἀπὸ «κατώδυνες καὶ πνευματοφόρες ψυχὲς»(30).

(δ) Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου

Ἡ κατὰ τὴν 8η Σεπτεμβρίου τελoυμένη ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου τῆς Θεοτόκου μαρτυρεῖται συνοπτικῶς στὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου(31). Σύμφωνα μὲ παλαιὰ παράδοση, ἡ πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, στὴν ὁποία γεννήθηκε, εὑρισκόταν κοντὰ στὴν προβατικὴ κολυμβήθρα τῆς Βηθεσδά, στὴν πύλη εἰσόδου τῶν ποιμνίων στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου συντελέστηκε τὸ θαῦμα θεραπείας τοῦ παραλυτικοῦ ἀπὸ τὸ Χριστὸ (Ἰω. 5, 1-19). Ἡ παράδοση αὐτὴ εἶναι γνωστὴ καὶ κατὰ τὸν 9ο αἰ., ὅταν ὁ Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀναφέρει ὅτι ἐτέχθη ἡμῖν μήτηρ Θεοῦ ἐν ἁγίᾳ προβατικῇ(32).

Στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., στὸν τόπο τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας κτίστηκε μία Ἐκκλησία χωρὶς σχέση μὲ τὴ Θεοτόκο.(33). Ἕναν αἰώνα ἀργότερα, στὸ ναὸ αὐτὸ ἄρχισε νὰ τιμᾶται τὸ Γενέσιο τῆς Θεοτόκου, λόγῳ τῆς ἐγγύτητάς του μὲ τὴν πατρικὴ οἰκία τῆς Θεοτόκου, ὁπότε καὶ μαρτυρεῖται ὡς ναὸς τῆς «κυρίας Θεοτόκου»(34). Ἡ συνάφεια τῆς προβατικῆς κολυμβήθρας μὲ τὸ γεγονὸς τῆς γεννήσεως τῆς Θεοτόκου ἐμπερικλείει καὶ μία μεταφορικὴ ἀναλογία, ἐφόσον ἡ ἐν λόγῳ κολυμβήθρα ἀποτελοῦσε πηγὴ ἰάσεων, ἐνῶ ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ τὴν ἀπαρχὴ τῆς σωτηρίας(35). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ ἔναρξη τῆς ἑορτῆς, ὅπως μαρτυρεῖ καὶ ὁ Κώδικας Τιμίου Σταυροῦ 40 (10ος αἰ.)(36).

Ἡ ἡμερομηνία τῆς 8ης Σεπτεμβρίου δὲν διερευνᾶται εὔκολα. Πρόκειται περὶ ἡμερομηνίας ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ ἤ περὶ συμβολικῆς ἡμερομηνίας, ἡ ὁποία ἔχει σχέση μὲ τὴν ἔναρξη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους κατὰ μήνα Σεπτέμβριο; Στὴν ἱστορία τῶν ἑορτῶν δὲν εἶναι σπάνιο τὸ φαινόμενο ἡμερολογιακοῦ καθορισμοῦ ἑορτῶν μὲ ἀφορμὴ κάποια ἡμερομηνία ἐγκαινίων ναοῦ· ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅμως, ἐλλείπουν παντελῶς σχετικὲς μαρτυρίες. Ἀντιθέτως, ὑπάρχει μαρτυρία Νεοφύτου τοῦ Ἐγκλείστου (†1220) περὶ τοποθετήσεως τῆς ἑορτῆς στὶς ἀρχὲς Σεπτεμβρίου, ὥστε νὰ εὐλογηθεῖ ὁλόκληρο τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔτος μὲ τὸ νὰ εἶναι, ἡ Θεοτόκος, ἡ ἀρχὴ (Σεπτέμβριος) καὶ τὸ τέλος (Αὔγουστος, ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως) τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους(37).

Ἐκ τῶν Ἱεροσολύμων ἡ ἑορτὴ εἰσήχθη στὴν Κωνσταντινούπολη τὸν 7ο αἰ.(38). Ἡ πρώτη μαρτυρία τοῦ γεγονότος αὐτοῦ εὑρίσκεται στὸ Πασχάλιο χρονικό(39). Φαίνεται ὅτι εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη ὑπῆρξε ὁ Ἀνδρέας Κρήτης, ὁ ὁποῖος ἔφθασε ἐκεῖ τὸ 685μ.Χ. προερχόμενος ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, τόπο γενέσεως καὶ ἰσχύος τῆς ἑορτῆς(40). Ἡ ἑορτὴ τοῦ Γενεσίου μπορεῖ νὰ χαρακτηριστεῖ ὡς ἑορτὴ τῆς Ἀνατολῆς, διότι στὴ Δύση ἐπεκράτησε μετὰ ἀπὸ τὸ 10ο αἰ., ἄν καὶ ὁ συριακῆς καταγωγῆς πάπας Σέργιος τὴν εἶχε εἰσαγάγει στὴ Ρώμη περὶ τὰ τέλη τοῦ 7ου αἰ. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία τῆς Ἀνατολῆς, πάντως, ἔδειξε ἐξαιρετικὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῆς ἑορτῆς(41), γεγονὸς τὸ ὁποῖο ἀποκαλύπτει ὅτι τὸ Γενέσιο εἶχε λάβει μεγάλες ἑορτολογικὲς διαστάσεις ἤδη καὶ ἐκτὸς Ἱεροσολύμων.

Ὡς πρὸς τὴν ἐπιτέλεση τῆς ἑορτῆς, ὁ μὲν Ἰ.Δαμασκηνὸς ἀναφέρεται σὲ «παγκόσμιο ἑορτασμὸ» μὲ «εὐφροσύνη»(42), ὁ δὲ ἱ.Φώτιος ἐπισημαίνει ὅτι ἡ ἑορτὴ κατέχει «τὰ πρεσβεῖα τιμῆς ἔναντι πάσης ἄλλης»(43). Ὁ Νικήτας Παφλαγὼν ἀναφέρεται στὴν λαμπρότητα ἐπιτελέσεως τῆς ἑορτῆς(44), στὴν ὁποία ἀναφέρεται λεπτομερῶς καὶ ὁ ἁγ.Ν.Καβάσιλας, τονίζοντας ὅτι ἡ πανήγυρις ἐπιτελεῖτο μὲ «πνευματικὴ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση»(45).

(ε) Ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων

Τὸ κατὰ τὴν 21η Νοεμβρίου ἑορταζόμενο γεγονὸς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὸ ναὸ ἀποτελεῖ μία ἀκόμα θεομητορικὴ ἑορτή, ἡ ὁποία ἐμφανίστηκε σταδιακὰ καὶ μέσα ἀπὸ ὁρισμένες συγκυρίες. Τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς δὲν μαρτυροῦνται στὰ Εὐαγγέλια, μνημονεύει δὲ αὐτὰ τὸ Πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου(46), στὸ ὁποῖο περιγράφεται πῶς ἡ Παρθένος ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ τρίτο ἔτος τῆς ἡλικίας της στὸ ναό, ὅπου καὶ ἔμεινε ἕως τὸ δωδέκατο ἔτος. Ὅπως διαπιστώθηκε καὶ περὶ τῶν ὑπολοίπων θεομητορικῶν ἑορτῶν, τὰ Εἰσόδια ἦσαν γνωστὰ ὡς γεγονὸς στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προφανῶς ἀπὸ τοὺς ἀποστολικοὺς χρόνους, ἑορτὴ ὅμως εἰς ἀνάμνηση τοῦ γεγονότος αὐτοῦ δὲν μαρτυρεῖται κατὰ τοὺς πέντε πρώτους αἰῶνες.

Μία σειρὰ γεγονότων συνεργοῦν στὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς. Τὸ πρῶτο καὶ βασικὸ γεγονὸς εἶναι ἡ ἀνέγερση ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ Α΄ (527-565) στὰ Ἱεροσόλυμα μιᾶς μεγαλοπρεποῦς βασιλικῆς, ἡ ὁποία ἐπονομάστηκε «Νέα Ἐκκλησία» ἤ «Ἁγία Μαρία ἡ Νέα». Ὁ ναὸς αὐτὸς κτίστηκε στὴ νότια πλευρὰ τοῦ ναοῦ τῶν Ἱεροσολύμων, πάνω στὴν κορυφὴ τοῦ λόφου «Μορία»(47). Γνωρίζουμε ὅτι στὶς 20 Νοεμβρίου τοῦ 543 ἐγκαινιάστηκε ἡ «Νέα Ἐκκλησία»(48). Δὲν πρέπει νὰ παραθεωρεῖται τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἱεροσολυμιτικὴ Ἐκκλησία ἀπέκτησε ἰδιαίτερη αἴγλη μετὰ τὴν ἀνακήρυξη τῶν Ἱεροσολύμων σὲ Πατριαρχεῖο τὸ 455. Τὴν ἴδια ἐποχὴ ἀκμάζει ὁ παλαιστινὸς μοναχισμὸς (ἅγ.Σάββας, Θεοδόσιος ὁ Κοινοβιάρχης, Μέγας Εὐθύμιος), ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀναπτύχθηκε ἰδιαίτερη τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου. Οἱ παράμετροι αὐτὲς εἶναι σημαντικὲς γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὸ γεγονὸς ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων.

Ἀρκετοὶ μελετητὲς πιστεύουν ὅτι ἡ ἡμερομηνία τῶν ἐγκαινίων τοῦ ναοῦ ὑπῆρξε ἡ ἀφορμὴ γιὰ τὸν καθορισμὸ τῆς ἑορτῆς τῶν Εἰσοδίων, δεδομένης τῆς γειτνιάσεως τῆς «Νέας Ἐκκλησίας» μὲ τὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ὅπου ἔλαβαν χώρα τὰ γεγονότα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου(49). Ὑπῆρξε συνεορτασμὸς τῶν δύο γεγονότων, ἤ ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων διαδέχθηκε καὶ ὑπεκατέστησε τὴν ἑορταστικὴ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων; Στὰ ἐρωτήματα αὐτὰ δὲν ὑπάρχει σαφὴς ἀπάντηση.

Γνωρίζουμε ὅτι ὁ ναὸς τῶν Ἱεροσολύμων μετατράπηκε σὲ μουσουλμανικὸ τέμενος ἀπὸ τοὺς Ἄραβες τὸ 638. Ἄς θεωρηθεῖ νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὅταν πλέον παύει νὰ ὑφίσταται κάποιος ναός, τότε χάνεται καὶ ἡ ἀνάμνηση τῶν ἐγκαινίων του. Ἐὰν τὸ ὅλο σκεπτικὸ εὐσταθεῖ, μετὰ τὸ 638 ἐπισυμβαίνει ἡ ὑποκατάσταση τῆς ἑορτῆς τῶν ἐγκαινίων μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων, τὰ ὁποῖα (Εἰσόδια) καθορίζονται μία ἡμέρα μετὰ τὴν ἡμερομηνία τῶν ἐγκαινίων (ἑπομένως στὶς 21 Νοεμβρίου)(50). Πρέπει ἑπομένως νὰ συμπεράνουμε ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων ὑφίσταται στὰ Ἱεροσόλυμα τὸ 685, ὅταν ὁ Ἀνδρέας Κρήτης ἐγκαταλείπει τὴν πόλη γιὰ νὰ ἐγκατασταθεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη(51). Εὔλογο ἐπίσης εἶναι τὸ συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἀνδρέας Κρήτης ὑπῆρξε ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἑορτῆς στὴν Κωνσταντινούπολη, μὲ δεδομένη μάλιστα τὴν ἐπισήμανση τοῦ Γερμανοῦ Κωνσταντινουπόλεως (ἀρχὲς τοῦ 8ου αἰ.) ὅτι ἡ ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων ἦταν «ἀρτιύμνητη»(52), δηλαδὴ νεοσύστατη (στὸ Γερμανὸ Κωνσταντινουπόλεως ὀφείλουμε δύο σημαντικοὺς Λόγους στὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων)(53).

Ἡ θεσμοθέτηση μιᾶς ἑορτῆς δὲν συνεπάγεται ταυτοχρόνως καὶ τὴ διάδοση καὶ παγίωσή της στὴν ἑορτολογικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Εἰσοδίων: ἡ περαιτέρω ἀνάπτυξή της σημειώνεται μετὰ τὸν 9ο αἰ., ἡ δὲ ὁριστικὴ καὶ καθολικὴ ἐπικράτησή της ἐπισυμβαίνει τὸ 12ο αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μανουὴλ Α΄Κομνηνὸς (1143- 1180) τὴν καθιερώνει ὡς ἡμέρα ἀργίας.

Στὴ Δύση ἡ θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς καθυστέρησε ἀκόμα περισσότερο σὲ σχέση μὲ τὴν Ἀνατολή(54). Ἐμφανίστηκε μὲν μεμονωμένα κατὰ τὸ 10ο καὶ 11ο αἰ., ἡ εἰσαγωγή της ὅμως στὸ ἑορτολόγιο τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας πραγματοποιήθηκε τὸ 14ο αἰ. Τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ὁ πρεσβευτὴς τοῦ βασιλέα τῆς Γαλλίας Καρόλου στὴν Κύπρο, ὁ Γάλλος εὐγενὴς Φίλιππος de Mésières, ἄνδρας εὐλαβούμενος ἐξαιρετικὰ τὴ Θεοτόκο καὶ γνώστης τῆς ἀνατολικῆς παραδόσεως περὶ τῆς ἑορτῆς(55), ἐνημέρωσε τόσο τοὺς ἐπισκόπους τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, ὅσο καὶ τὸν ἴδιο τὸ βασιλιὰ Κάρολο (στὴν Ἀβινιὸν τῆς Γαλλίας) περὶ τῆς τελέσεως τῆς ἑορτῆς στὴν ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, ὁ δὲ Κάρολος εἰσηγήθηκε καὶ ἐπέτυχε τὴν ἀπὸ τὸν πάπα Γρηγόριο ΙΑ΄ (1370-1378) ἐπίσημη θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς στὴ Δύση. Τὸ 1372 ἑορτάστηκαν ἐπισήμως γιὰ πρώτη φορὰ στὴ δυτικὴ Ἐκκλησία τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου.

Περὶ τοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Εἰσοδίων, ὁ Ταράσιος Κωνσταντινουπόλεως σημειώνει ὅτι ἐλάμβανε χώρα «μελωδικὴ πανήγυρις»(56), ὁ Θεοφύλακτος Βουλγαρίας ὅτι «ἀνάβονταν οἱ λαμπάδες τῆς φιλανθρωπίας»(57) (προφανῶς ἀναφέρεται σὲ φιλανθρωπίες κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς ἑορτῆς), ὁ δὲ Γερμανὸς Α΄Κωνσταντινουπόλεως ὅτι οἱ μετέχοντες τοῦ ἑορτασμοῦ πανηγυρίζουν «δι᾿ἐφυμνίων» καὶ «ἀκόρεστης πανδαισίας», διὰ «μουσικῶν ὀργάνων» καὶ «εὔηχων κυμβάλων»(58).

Ἄν καὶ ἀτελὴς ἀκόμα (κατὰ τὸν 8ο αἰ.) ὁ ἑορτασμὸς τῶν Εἰσοδίων, περιγράφεται ὅμως ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Λέοντα ΣΤ΄τὸν σοφὸ ὡς παροχὴ πνευματικῶν δωρεῶν στοὺς μετέχοντες: Πάντως δὲ οὐκ ἀκερδὴς ἡμῖν ἔσται ἡ ἐπιχείρησις· ἀλλ᾿οἷς ταύτῃ δόξης εὐπορήσει, καὶ πρὸς ἡμᾶς τὰ ἐκεῖθεν σεμνὰ διακομισθήσεται. Οἷς αὕτη ὡς πολύτιμον δῶρον ἐκλέγεται, τῆς ἐπ᾿αὐτῷ κερδανοῦμεν φιλοτιμίας (59).

(στ) Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ

Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου στὶς 25 Μαρτίου εἶναι ἡ μόνη θεομητορική, τὰ γεγονότα τῆς ὁποίας μαρτυροῦνται ἀπὸ βιβλικὸ κείμενο (Λκ. Α΄, 26-38), συγχρόνως δὲ ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη πηγὴ τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου(60). Θὰ διερευνήσουμε δύο παραμέτρους τῆς ἑορτῆς: τὴν ἐποχὴ συστάσεώς της καὶ τὴν αἰτία καθορισμοῦ στὶς 25 Μαρτίου.

(i) Ὁ Εὐαγγελισμὸς(61) ἀποτελεῖ τὸ σωτηριῶδες γεγονὸς τῆς ἀναγγελίας καὶ συλλήψεως τοῦ Κυρίου. Εἶναι σφάλμα νὰ ταυτίζουμε τὸ γεγονὸς αὐτὸ μὲ τὴν ἑορτή. Ἡ διήγηση τοῦ κατὰ Λουκᾶν εἶναι παρούσα στὰ ἀρχαιότερα Σύμβολα τῆς πίστεως (ἤδη ἀπὸ τὸ 2ο αἰ.), καθὼς καὶ στὶς παλαιοχριστιανικὲς παραδόσεις, σὲ ἐποχή, ὅμως, κατὰ τὴν ὁποία δὲν ὑφίσταται ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ(62). Ἀποτελεῖ, ἄλλωστε, κανόνα τῆς ἱστορίας τῶν ἑορτῶν ἡ ὕπαρξη ἑνὸς ἱεροῦ γεγονότος στὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας χωρὶς νὰ συνοδεύεται ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τὴν ἑορτολογικὴ θεσμοθέτηση.

Σύνηθες, ἐπίσης, φαινόμενο στὴν ἑορτολογία ἀποτελεῖ τὸ γεγονὸς προελεύσεως μιᾶς ἑορτῆς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη ναοῦ σχετικοῦ μὲ τὰ γεγονότα τῆς ἑορτῆς. Γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἁγ. Ἐλένη εἶχε ἀνεγείρει βασιλικὴ στὴ Ναζαρέτ, ἐκεῖ ὅπου κατὰ τὴν παράδοση βρισκόταν ὁ οἶκος στὸν ὁποῖο πραγματοποιήθηκε ὁ Εὐαγγελισμός(63). Εἶναι προφανὲς ὅτι περὶ τὸ ναὸ αὐτὸ θὰ εἶχε διαμορφωθεῖ κάποια τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο καὶ τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἡ ὁποία (τιμὴ) ὅμως δὲν συνιστοῦσε θεσμοθετημένη ἡμερολογιακῶς ἑορτή, ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ὕπαρξή της θὰ ἐξαντλεῖτο στὰ ὅρια τῆς πόλεως. Ἄν ὄχι γιὰ τὸ συγκεκριμένο τόπο, φαίνεται πάντως ὅτι στὴ Ναζαρὲτ ὑφίστατο τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο, ὅπως ἀπέδειξαν οἱ ἀνασκαφὲς στὰ θεμέλια τῆς βυζαντινῆς βασιλικῆς, ὅπου ἀνακαλύφθηκε στήλη ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦσαν χαραγμένες οἱ λέξεις «χαῖρε Μαρία»(64).

Ἐφόσον οἱ ἐξελίξεις αὐτὲς ἐπισυμβαίνουν κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ 4ου αἰ., τὸ ἐνδιαφέρον μας στρέφεται πρὸς τὴ μοναδικὴ πηγὴ τοῦ τέλους τοῦ 4ου αἰ., στὴν ὁποία καταγράφονται ἑορτὲς τῶν Ἱεροσολύμων καὶ, εὐρύτερα τῆς χριστιανικῆς Παλαιστίνης: τὸ Ὁδοιπορικὸ τῆς Αἰθερίας. Ἡ προσκυνήτρια Αἰθερία καταγράφει ἀναλυτικότατα ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες. Ἐὰν ἡ περὶ τὴ βασιλικὴ τῆς Ναζαρὲτ τιμὴ τῆς Θεοτόκου εἶχε θεσμοθετηθεῖ ἡμερολογιακῶς, ἡ Αἰθερία θὰ ἀναφερόταν ὁπωσδήποτε. Ὅπως, ὅμως, προαναφέρθηκε, ἀπὸ τὴ διήγηση τῆς Αἰθερίας ἐλλείπει τὸ τμῆμα τῆς πρὸ τῶν Χριστουγέννων περιόδου.

Θα μποροῦσε νὰ ὑπάρχει κατὰ τὸ ἐν λόγῳ τμῆμα κάποια ἑορτὴ τιμῆς τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου; Σὲ παρόμοια ὑποψία μᾶς εἰσάγει ὁ Θεόδωρος Πέτρας, ὁ ὁποῖος βιογράφοντας περὶ τὸ 530 τὸν Θεοδόσιο Κοινοβιάρχη ἀναφέρει ὅτι, κατὰ περίοδον, ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ, τῆς Θεοτόκου μνήμην ἐπιτελοῦμεν(65), ἀναφερόμενος ἐμμέσως σὲ Κυριακὴ πρὶν ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα(66). Ἡ μαρτυρία αὐτὴ ὁδήγησε κάποιους νὰ ὑποστηρίξουν- ὄχι χωρὶς ἐρείσματα- ὅτι ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὡς τιμὴ τοῦ γεγονότος τῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ, ἦταν συνυφασμένη μὲ τὴ Γέννησή του, προφανῶς δὲ ἡ ἀπὸ τοῦ 4ου αἰ. καὶ ἐκ τῆς βασιλικῆς τῆς Ναζαρὲτ προελθούσα τιμὴ τῆς Θεοτόκου θὰ πρέπει νὰ συνυφαίνεται μὲ τὴν ἑορτὴ τῶν Χριστουγέννων(67), χωρὶς ὅμως νὰ γνωρίζουμε τὴν ἀκριβὴ ἐπιτέλεσή της (ἐὰν δηλαδὴ ἐτελεῖτο πρὸ ἤ μετὰ τὰ Χριστούγεννα).

Μελετώντας τὶς ἑορτὲς στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἀντιόχειας μετὰ ἀπὸ τὸν 4ο αἰ., ὁ A.Baumstark ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖ ὑφίστατο ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ πρὸ τῶν Χριστουγέννων(68). Ἡ Ἀντιόχεια ἐδέχετο τὴν ἄμεση ἐπίδραση ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα ὡς πρὸς τὴ Λατρεία. Θὰ ἦταν, ἑπομένως, ἀπολύτως νόμιμο νὰ συμπεράνουμε ὅτι ὁ παλαιότερος ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ στὸ περιβάλλον τῆς Παλαιστίνης τοποθετεῖται κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο. Ὁ M.Jugie ἀπέδειξε ὅτι τὸ ἴδιο ἴσχυε στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. στὴν Κωνσταντινούπολη(69), ἐνῶ τὸ ἴδιο διαπιστώνουμε σὲ μεταγενέστερα ἑορτολόγια τῆς Δύσεως (ὅπως τὸ Μοζαραβικὸ καὶ τὸ Ἀμβροσιανὸ), σύμφωνα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοποθετεῖται στὶς 18 Δεκεμβρίου(70).

Περὶ τοῦ θέματος τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο θὰ πρέπει νὰ ἀξιολογηθοῦν δύο ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες θεομητορικὲς Ὁμιλίες ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, ἀμφότερες τοῦ 5ου αἰ.: πρόκειται περὶ τῆς Ὁμιλίας Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον τοῦ ἱεροσολυμίτη πρεσβυτέρου Χρυσίππου(71) (†πρῶτο ἥμισυ 5ου αἰ.) καθὼς καὶ περὶ τῆς ἀντίστοιχης Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον καὶ εἰς τὴν ἁγίαν τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τοῦ Θεοδότου Ἀγκύρας (†438-446)(72). Ὁ ἐν λόγῳ Θεόδοτος ὑπῆρξε ἐξέχον μέλος τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἑπομένως ἐκ τῶν Πατέρων οἱ ὁποῖοι ἀγωνίστηκαν γιὰ τὴν περὶ Θεοτόκου ὀρθόδοξη διδασκαλία. Στὴν Ὁμιλία του μᾶς προϊδεάζει ἤδη ἀπὸ τὸν τίτλο περὶ συναφείας κάποιων γεγονότων περὶ τὴν «ἁγία Μαρία» (ἐπεξηγεῖ σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ τῶν γεγονότων τοῦ Εὐαγγελισμοῦ) καὶ τοῦ γεγονότος τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ. Χωρίς, ἑπομένως, νὰ παρέχει πληροφορίες γιὰ ἰδιαίτερη ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ὑποδηλώνει ὅτι τὰ δύο γεγονότα (Εὐαγγελισμὸς καὶ Χριστούγεννα) ἑορτάζονταν μὲ χρονικὴ ἐγγύτητα.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Χρύσιππος συνδέει τὸν ἑορτασμὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ μὲ τὰ Χριστούγεννα, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς τὸν κατάλληλο χρόνο συνάφειας μὲ τὰ γεγονότα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ(73). Μαζὶ μὲ τὸ Θεόδοτο Ἀγκύρας ἀπηχοῦν τὴν παλαιὰ παράδοση περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σὲ συνάφεια μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Ἡ σύλληψη τοῦ Χριστοῦ (Εὐαγγελισμὸς) καὶ ἡ Γέννησή Του συνδέονταν ὡς δύο ἀλληλοδιάδοχα γεγονότα. Καὶ ἐνῶ ἡ λογικὴ θὰ τοποθετοῦσε τὴ σύλληψη ἐννέα μῆνες πρὸ τῆς Γεννήσεως, αὐτὸ φαίνεται ὅτι δὲν ἴσχυε κατὰ τὰ πρῶτα στάδια ἐπιτελέσεως τῆς ἑορτῆς, ἀλλὰ ἀπετέλεσε μεταγενέστερη ἑορτολογικὴ παράμετρο.

Τὰ συμπεράσματα περὶ ἑνὸς ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κατὰ τὴν πρὸ τῶν Χριστουγέννων περίοδο διαρκοῦντος τοῦ 4ου-5ου αἰ. ἀμφισβήτησε ὁ Dom Cabrol. Παρατηρώντας τὴν ἀναφορὰ τοῦ Ὁδοιπορικοῦ τῆς Αἰθερίας (τέλη 4ου αἰ.) σὲ τέλεση Λειτουργίας στὴ Βηθλεὲμ- καὶ συγκεκριμένα στὸ σπήλαιο τῆς Γεννήσεως- κατὰ τὸν ἑορτασμὸ τῆς Ἀναλήψεως, διετύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συνεορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, μὴ μαρτυρουμένου κατὰ τρόπο ἄμεσο ὑπὸ τῆς Αἰθερίας(74). Τὸ συμπέρασμα τοῦ Cabrol στερεῖται τεκμηριώσεως, πολὺ περισσότερο ἐφόσον ἡ Αἰθερία δὲν συνηθίζει νὰ ἀποκρύπτει ἑορτὲς καὶ ἀκολουθίες, οἱ ὁποῖες ὑφίσταντο. Πουθενά, ἄλλωστε, κατὰ τοὺς 4ο καὶ 5ο αἰ. δὲν μαρτυρεῖται ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν περίοδο τῆς ἀνοίξεως (περίπου τότε τοποθετεῖται ἡ ἑορτὴ τῆς Ἀναλήψεως), παρὰ μόνο στὴν ἑορτολογικὴ παράδοση τῆς Ἀρμενικῆς Ἐκκλησίας, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ὀνομάζεται «Ἀβεδούκ» καὶ τελεῖται στὶς 7 Ἀπριλίου, ἐννέα μῆνες δηλαδὴ πρὸ τῶν Θεοφανείων (ἡμερομηνία ἑορτασμοῦ τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ κατὰ τὴν ἀρμενικὴ παράδοση)(75).

Ἐὰν ληφθεῖ ὑπόψη ὅτι, στὸν 51ο κανόνα τῆς Συνόδου τῆς Λαοδικείας (4ος αἰ./ ἀπαγορεύεται ἡ τέλεση Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴ Μ.Τεσσαρακοστὴ σὲ ἡμέρες ἑορτῶν, πλὴν Σαββάτου καὶ Κυριακῆς)(76) δὲν μνημονεύεται ὁ Εὐαγγελισμός, ἐνῶ στὸν 52ο τῆς ἐν Τρούλλῳ (692) καθορίζεται ὅτι κατὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν τελεῖται Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων(77), συμπεραίνουμε ὅτι ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ θεσμοθετήθηκε στὸ χρονικὸ διάστημα μεταξὺ τῶν δύο Συνόδων(78). Δὲν συμμεριζόμαστε τὴ βεβαιότητα τοῦ Β.Στεφανίδη ὅτι, «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπαντᾶ κατὰ τὴν 6η ἑκατονταετηρίδα στὴν Ἀνατολή, σύμφωνα μὲ τὸ σχετικὸ ἐγκώμιο τοῦ Ἀβραὰμ Ἐφέσου»(79).

Ὁ Ἀβράμιος Ἐφέσου γράφει περὶ τὸ 530-560, ἀφήνοντας νὰ ἐννοηθεῖ ὅτι πρὸ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει κάποιος συγγραφέας περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ(80). Ὁ Ἀβράμιος, ὅμως, ἔζησε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ ἐξεφώνησε τὴ σχετικὴ Ὁμιλία του στὸν Εὐαγγελισμό. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ δὲν μπορεῖ νὰ ἔχει συγκεκριμένο ἱδρυτὴ σὲ συγκεκριμένη χρονικὴ στιγμή, ἐφόσον κατὰ τὰ φαινόμενα ὑπῆρξε ἀποτέλεσμα «ἱστορικῶν διεργασιῶν».

Ἡ σαφὴς μαρτυρία- καὶ συγχρόνως ἡ πρώτη χρονολογικὰ- περὶ ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τὴν 25η Μαρτίου παρέχεται ἀπὸ τὸ Πασχάλιο Χρονικὸ (624), ὅπου μνημονεύεται σύσταση ἀπὸ τοὺς «ἅγιους Πατέρες»(81). Γι᾿αὐτὸ εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐπισήμανση τοῦ Δ.Μωραΐτη ὅτι ὑπῆρξε σταδιακὴ διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ.(82), γεγονὸς τὸ ὁποῖο δικαιολογεῖ τὴ μαρτυρία τοῦ Χρονικοῦ περὶ συστάσεως τῆς ἑορτῆς ἀπὸ ποικίλους ἐκκλησιαστικοὺς ἄνδρες. Ἐὰν στὰ δεδομένα αὐτὰ προσθέσουμε τὴν παρατήρηση τοῦ Ἰ.Καλογήρου ὅτι, «ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ σχετίζεται μὲ τὴν ἐκ τοῦ περιεχομένου αὐτῆς προέλευση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου, διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ σχετικοῦ κοντακίου τοῦ Ρωμανοῦ Μελωδοῦ»(83), θέση τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἐξειδικευμένη μελέτη τοῦ Fletcher(84), θὰ πρέπει νὰ δεχθοῦμε τὴ θεσμοθέτηση τῆς ἑορτῆς κατὰ τὴν 25η Μαρτίου στὸ μεταίχμιο 6ου-7ου αἰ.

(ii) Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι, ὅταν ἡ ἑορτὴ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐμφανίζεται στὴ Ρώμη περὶ τὸν 7ο αἰ.(85), λαμβάνει τὸν τίτλο «Annunciatio Domini» («ἀναγγελία τοῦ Κυρίου»)(86). Ὁ τίτλος αὐτὸς εἶναι ἐνδεικτικὸς τοῦ περιεχομένου τῆς ἑορτῆς, ὅτι δηλαδὴ ἑορτάζεται ἡ σύλληψη τοῦ Κυρίου, ἡ ἀναγγελία τῆς μετὰ ἐννεάμηνο Γεννήσεώς Του.

Ἐπισημάναμε τὴν παραπάνω διάσταση διότι ἀποτελεῖ τὴν αἰτία καθορισμοῦ τῆς 25ης Μαρτίου ὡς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Εὔλογο εἶναι, ἑπομένως, τὸ συμπέρασμα ὅτι, μετὰ τὸν κατὰ τὰ τέλη του 4ου αἰ. καθορισμὸ τῶν Χριστουγέννων τὴν 25η Δεκεμβρίου ὑπολογίστηκε ἡ κατὰ ἐννέα μῆνες ἐνωρίτερον σύλληψις τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ ὁ Εὐαγγελισμός. Οὐδόλως, ἑπομένως, ἐπλησσόμαστε ἀπὸ τὴ μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου στὶς ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ. ὅτι ὁ ἑορτασμὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἐτελεῖτο στὶς 8 Ἀπριλίου τοῦ Ἰουλιανοῦ ἡμερολογίου (25η Μαρτίου τοῦ Γρηγοριανοῦ)(87). Ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ὁ ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς εἶχε ἀρχίσει νὰ παγιώνεται, ἐνῶ ἀκόμα δὲν εἶχε διαδοθεῖ ὁ ἑορτασμός(88).

Μιὰ ἄλλη ἑρμηνευτικὴ τῆς 25ης Μαρτίου παράδοση εἶναι τὸ θέμα τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου. Ὁ πατέρας τοῦ Προδρόμου, ὁ Ζαχαρίας, εἶσῆλθε στὰ ἅγια τῶν ἁγίων κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς σκηνοπηγίας. Ἦταν τότε ἡ μοναδικὴ περίπτωση εἰσόδου στὰ ἄδυτα τοῦ ναοῦ, τοῦτο δὲ συνέβαινε κατὰ μῆνα Ὀκτώβριο. Ἐφόσον, ἑπομένως, ἡ σύλληψη τοῦ Προδρόμου ἐπισυμβαίνει κατὰ μῆνα Ὀκτώβριο, ὁ δὲ Πρόδρομος εἶναι ἕξι μῆνες μεγαλύτερος τοῦ Χριστοῦ, τὸ γεγονὸς τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τοποθετεῖται κατὰ μῆνα Μάρτιο(89). Ὁ Ἀβράμιος Ἐφέσου σημειώνει ὅτι, κατὰ τὰ τέλη τοῦ Σεπτεμβρίου πραγματοποιεῖτο στὸ ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων «ἐναλλαγὴ ἐφημερίας», γιὰ τὸ λόγο δὲ αὐτὸ ὁ Ζαχαρίας εὑρίσκετο στὰ ἅγια τῶν ἁγίων. Ὁ Ἀβράμιος σχολιάζει τὴ φράση τοῦ ἀγγέλου πρὸς τὴ Θεοτόκο κατὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ «Καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στεῖρᾳ» (ἀφορᾶ στὴν Ἐλισάβετ), καταλήγοντας: Ἀρίθμησον οὖν φιλομαθέστατε, ἐκ τοῦ Ὀκτωβρίου μηνὸς ἄχρι τοῦ Μαρτίου καὶ αὐτοῦ, καὶ εὑρήσεις τῶν ἕξ μηνῶν τὸν χρόνον συμπεραιούμενον(90).

Ἄς σημειωθοῦν δύο ἀκόμα ἑρμηνεῖες: (α) Σύμφωνα μὲ ἀπόκρυφη παράδοση ὁ Κύριος ἀπέθανε τὴν 25η Μαρτίου, ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε ἡ παράδοση περὶ τοῦ «τελείου βίου» τοῦ Κυρίου (δηλαδὴ περὶ τοῦ ὅ,τι ἀπέθανε τὴν ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποία συνελήφθη), καθορίστηκε ἡ 25η Μαρτίου καὶ ὡς ἡμερομηνία συλλήψεως(91). (β) Κάποια ἄλλη ἀπόκρυφη παράδοση ἐθεωροῦσε τὴν 25η Μαρτίου ὡς τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ κόσμου. Συνέπεια τοῦ γεγονότος αὐτοῦ ἦταν ἡ θεώρηση τῆς συλλήψεως τοῦ Κυρίου ὡς συμπίπτουσα μὲ τὴν πρώτη αὐτὴ ἡμέρα ὁλόκληρης τῆς δημιουργίας(92). Στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰ., ὁ Ἀναστάσιος Ἀντιοχείας σημειώνει ὅτι, ἡ περίοδος αὐτὴ τοῦ τέλους τοῦ Μαρτίου εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς φύσεως, προσθέτει δὲ ὅτι κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμο. Γι᾿αὐτό, καταλήγει ὁ Ἀναστάσιος, ὁ Θεὸς συλλαμβάνει στὴ μήτρα τῆς Θεοτόκου τὴν ἡμερομηνία αὐτή, ὡς δεύτερος Ἀδὰμ λαμβάνων σάρκα τὴν ἴδια ἐποχὴ μὲ τὸν πρῶτο Ἀδάμ(93).

(ζ) Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως

(i) Τὸ εἰσαγωγικὸ θέμα σχετικὰ μὲ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου εἶναι τὸ τῶν πηγῶν. Ὑπάρχουν τρεῖς σχετικὲς ἀπόκρυφες διηγήσεις.

Ἡ πρώτη φέρει τὸν τίτλο «De transitu beatae Mariae virginis» (περὶ μεταστάσεως τῆς μακαρίας Παρθένου Μαρίας), χρονολογεῖται περὶ τὸν 5ο αἰ. καὶ εἶναι λατινικὴ μετάφραση παλαιοτέρου ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου(94). Περὶ τὸν 6ο αἰ. χρονολογεῖται ἡ λατινικὴ μετάφραση ἑνὸς ἄλλου περὶ τὴν Κοίμηση ἀπόκρυφου κειμένου ὑπὸ τὸν τίτλο «Joannis liber de Dormitione Mariae» (βίβλος Ἰωάννου περὶ τῆς κοιμήσεως τῆς Μαρίας)(95). Μετὰ τὴν ἔκδοση τοῦ συριακοῦ πρωτοτύπου τοῦ ἐν λόγῳ ἀποκρύφου ὑπὸ τοῦ W.Wright(96) ἔγινε ἀντιληπτὸ ὅτι, ἡ λατινικὴ μετάφραση τοῦ «Transitus» ἀποτελεῖ ἐλεύθερη ἀπόδοση τοῦ συριακοῦ «Joannis liber…». Ἡ τρίτη ἀπόκρυφη διήγηση ἔχει ἐπονομαστεῖ ὡς «Εὐθυμιακὴ ἱστορία» καὶ διασώθηκε στὸ Β΄Λόγο τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ στὴν Κοίμηση(97). Ἡ διήγηση αὐτὴ ἔχει, μὲν, δανειστεῖ στοιχεῖα ἐκ τῆς «Transitus», περιέχει ὅμως καὶ ἄλλα ἐξαιρετικῶς ἄτοπα καὶ ἐλεγχόμενα (ὅπως τὸ αἴτημα τῆς Πουλχερίας- 5ος αἰ.- περὶ μεταφορᾶς στὴν Κωνσταντινούπολη τοῦ λειψάνου τῆς Θεοτόκου!), τὰ ὁποῖα τὴν καθιστοῦν «διπλὰ ἀπόκρυφη»(98). Ἡ ἐπιβίωση τῆς «Εὐθυμιακῆς ἱστορίας» ἕως τῆς ἐποχῆς τοῦ Δαμασκηνοῦ ἐπιβεβαιώνει τὴν ἐπισήμανση ὅτι, ἡ Κοίμηση τῆς Θεοτόκου εἶχε μεγάλη σημασία γιὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐπεξεργσία της σὲ διάφορες ἀπόκρυφες παραδόσεις.

Οἱ παραδόσεις αὐτές, ὅμως, δὲν σχετίζονται μὲ τὴ διαδικασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς(99). Τὸ ἐνδιαφέρον τῆς μελέτης περὶ τοῦ θέματος τῆς ἐμφανίσεως πρέπει νὰ ἐπικεντρωθεῖ στὴν παράδοση περὶ τοῦ τόπου Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, ἐφόσον εἶναι εὔλογο οἱ τοποθεσίες αὐτὲς νὰ ἀπετέλεσαν τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς(100). Ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν οἰκία της στὰ Ἱεροσόλυμα(101) καὶ ταφῆς της στὴν ἴδια πόλη ἀναφαίνεται περὶ τὸν 5ο αἰ.(102) καὶ ἐνισχύεται ἀπὸ μαρτυρίες Ὁδοιπορικῶν τοῦ 6ου αἰ.(103). Ὁ Σοφρώνιος Ἱεροσολύμων (7ος αἰ.) μνημονεύει τὴν ὕπαρξη τάφου τῆς Θεοτόκου στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου καὶ τιμᾶ τὴ Θεοτόκο(104). Ἡ παράδοση τῆς «Dormitio hierosolymitana» (Κοιμήσεως στὰ Ἱεροσόλυμα), ὅπως ἀναφέρεται στὸ «Breviarius de Hierosolyma» τοῦ 6ου αἰ.(105), φαίνεται νὰ κατέχει τὴν αἴγλη τῆς ἱστορικότητας(106), πρὸς αὐτὴ δὲ προσανατολίζονται σημαντικὲς ἔρευνες περὶ τοῦ τάφου τῆς Θεοτόκου(107).

Ὁλιγότερα ἐρείσματα ἀληθείας ἔχει ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο καὶ, μάλιστα στὴν οἰκία ποὺ εἶχε οἰκοδομήσει ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης(108), μὲ δεδομένο μάλιστα ὅτι ὁ εὐαγγελιστὴς μετακινήθηκε στὴν Ἔφεσο κατὰ τὸ δεύτερο ἥμισυ τοῦ 1ου αἰ., σὲ χρονικὴ περίοδο ποὺ ἀποδυναμώνει τὴν περίπτωση μετακινήσεως καὶ τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο. Σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ ποὺ συνεκίνησε κυρίως ὅσους διατείνονταν ὅτι ἡ Παναγία δὲν ἐτάφη στὴ Γεθσημανή(109), ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου εὑρίσκεται στὴν περιοχὴ τῆς Ἐφέσου «Παναγία- Καπούλη» (πόρτες τῆς Παναγίας)(110). Ἄν καὶ ἡ παράδοση περὶ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὴν Ἔφεσο συντηρήθηκε ἀπὸ τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὸ γεγονὸς συγκλίσεως τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου στὸ ναὸ τῆς «ἁγίας Μαρίας» στὴν Ἔφεσο(111), ἡ πόλη ὅμως τῶν Ἱεροσολύμων κατέχει τὶς μεγαλύτερες περγαμηνὲς ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς τὸ λίκνο ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως.

Ἡ προετοιμασία ἐμφανίσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως στὰ Ἱεροσόλυμα ἔγινε μὲ μία ἑορτὴ γύρω ἀπὸ τὸ λεγόμενο «Κάθισμα» τῆς Θεοτόκου. Πρόκειται περὶ μιᾶς τοποθεσίας τρία μίλα ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα, καθ᾿ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεέμ(112), ἡ ὁποία συνδέεται μὲ ἀπόκρυφη παράδοση τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου σχετικά μὲ τὴ Θεοτόκο(113). Κύριλλος ὁ Σκυθοπολίτης ἀναφέρει ὅτι, κατὰ τὸν 5ο αἰ. στὸ «Κάθισμα» αὐτὸ ἀνοικοδομήθηκε ναὸς πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου(114), ὁ δὲ Θεόδωρος Πέτρας (βιογράφος τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου) μαρτυρεῖ περὶ «μνήμης τῆς Θεοτόκου», ἡ ὁποία ἐτελεῖτο «ἅπαξ τοῦ ἐνιαυτοῦ» γύρω ἀπὸ τὸ συγκεκριμένο ναό(115). Ὁ A.Baumstark ὑπῆρξε ὁ πρῶτος ποὺ ὑποστήριξε ὅτι ἡ συγκεκριμένη ἑορτὴ ἐτελεῖτο στὶς 13-15 Αὐγούστου, ἄν καὶ τὸ ἑορτολογικό της περιεχόμενο δὲν σχετιζόταν μὲ τὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου, ἀλλὰ μὲ τὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ(116).

Οἱ ἑορτολογικὲς ἐξελίξεις ἐμφανίζονται καταιγιστικὲς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ 5ου αἰ., ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Μαρκιανὸς (450-457) ἔκτισε ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανή(117). Τρία ἔτη μετὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ αὐτοκράτορα, τὸ 460, ἐμφανίζεται γιὰ πρώτη φορὰ ἑορτασμὸς τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὶς 15 Αὐγούστου καὶ στὸ συγκεκριμένο ναὸ(118) καὶ ἐκτοπίζεται ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος»(119). Στὸ σημεῖο αὐτὸ πολύτιμη ἐμφανίζεται ἡ μαρτυρία τοῦ «Γεωργιανοῦ Κανοναρίου», ἑνὸς κειμένου τὸ ὁποῖο καταγράφει τὴν ἱεροσολυμιτικὴ Λατρεία μεταξὺ τοῦ 450 καὶ τοῦ 750(120), καὶ σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο στὶς 15 Αὐγούστου «τιμᾶται ἡ μνήμη τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ στὸ ναὸ τοῦ αὐτοκράτορα Μαρκιανοῦ («Μαυρικίου» κατὰ γεωργιανὴ παραλλαγὴ(121)(122). Ἡ ἐξέλιξη εἶναι προφανὴς: ἡ παλαιὰ θεομητορικὴ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» τῆς Θεοτόκου ἐκτοπίστηκε καὶ τὴ θέση της κατέλαβε στὶς 15 Αὐγούστου ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἑνὸς γεγονότος δηλαδὴ καὶ γνωστοῦ καὶ τιμώμενου στὴν Ἐκκλησία τῶν πρώτων αἰώνων, ἄν καὶ δὲν εἶχε ὑπάρξει ἕως τότε συγκεκριμένος ἡμερολογιακὸς καθορισμὸς τοῦ ἑορτασμοῦ.

Ἡ ἐπισημοποίηση τοῦ ἑορτασμοῦ κατὰ τὶς 15 Αὐγούστου στὰ Ἱεροσόλυμα ἐπισυμβαίνει περὶ τὸν 6ο αἰ., διὰ διατάγματος τοῦ αὐτοκράτορα Μαυρίκιου (582-602)(123), τὸ ὁποῖο περιέβαλε μὲ νομικὴ ἰσχὺ μία μακραίωνη θεομητορικὴ παράδοση. Ὁ Μαυρίκιος υἱοθέτησε ἐπισήμως καὶ καθολικῶς τὴν ἱεροσολυμιτικὴ ἡμερομηνία περὶ τῆς «Μνήμης τῆς Θεοτόκου», συνειδητοποιώντας προφανῶς τὴν καθολικὴ εὐλάβεια πρὸς τὸ μνῆμα τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ καὶ ὑπὸ τὴν αὔξουσα ἀκτινοβολία τοῦ ἐν λόγῳ προσκυνήματος, ὅπου συνέρρεε πλῆθος προσκυνητῶν. Ὅπως τονίζει τὸν 7ο αἰ. ὁ Ἰωάννης Θεσσαλονίκης, «ὑπῆρχαν κάποιοι τόποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἑόρταζαν ἀκόμα τὴν ἐτήσια μνήμη τῆς Κοιμήσεως», μεταξὺ δὲ αὐτῶν ὁ Ἰωάννης συγκαταλέγει καὶ τὴ Θεσσαλονίκη(124).

Ἐνδιαφέρουσες εἶναι οἱ μαρτυρίες περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἑορτασμοῦ. Ὁ Ἰ.Δαμασκηνὸς ἀναφέρεται σὲ «παννύχεις στάσεις»(125), ὑποδηλώνοντας προφανῶς τὴν τέλεση ὁλονύκτιου ἑορτασμοῦ ἐπὶ τῇ ἑορτῇ τῆς Κοιμήσεως. Στὸν τύπο αὐτὸ τῆς ἀκολουθίας ἀναφέρεται ἀναλυτικότερα ὁ Γερμανὸς Α΄Κωνσταντινουπόλεως, ὁ ὁποῖος μαρτυρεῖ περὶ τριῶν παννυχίδων ποὺ προηγοῦντο τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως(126). Ἡ πληροφορία αὐτὴ τοῦ Γερμανοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ὑφίστατο τριήμερος ἑορτασμός. Ἐφόσον ἡ συγκεκριμένη τελετουργικὴ πρακτικὴ ἴσχυε γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως, θὰ πρέπει νὰ τὴ θεωρήσουμε ὡς διαδεδομένη καὶ σὲ ἄλλες περιοχὲς τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ τριήμερος ἑορτασμὸς ὑποδηλώνει τὴν τελετουργικὴ λαμπρότητα τῆς ἑορτῆς καὶ πιστοποιεῖ τὴ διάδοση καὶ ἑδραίωσή της στὴν ἑορτολογικὴ συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας.

(η) Ἐπιλεγόμενα

Ἡ μελέτη τῆς γενέσεως, ἐξελίξεως καὶ τελικῆς διαμορφώσεως τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ὁδηγεῖ στὸ γενικὸ συμπέρασμα ὅτι, ἡ τιμὴ πρὸς τὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου καὶ πρὸς τὰ γεγονότα τῆς ζωῆς της χρονολογεῖται ἀπὸ τὶς πρῶτες ὧρες ζωῆς τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας. Ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ πρωτοχριστιανικὴ τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο δὲν ὁδήγησε σὲ ἄμεση θεσμοθέτηση θεομητορικῶν ἑορτῶν, ὑπῆρξε ὁ ἐνδοιασμὸς τῆς Ἐκκλησίας μήπως ἡ ἑορτολογικὴ τιμὴ πρὸς τὰ γεγονότα ζωῆς τῆς Θεοτόκου ἀποτελέσει σημεῖο συγχύσεως μὲ εἰδωλολατρικὲς ἑορτὲς μητρικῶν θεοτήτων. Ἄλλωστε, τὰ γεγονότα τοῦ Πάθους, τῆς Ἀναστάσεως, τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Κυρίου, καθὼς καὶ τῆς Πεντηκοστῆς, ἀπετέλεσαν τὸ μόνο ἑορτολογικὸ σύνολο, τὸ ὁποῖο ἡ Ἐκκλησία ἐθεώρησε ὡς ἐπιβεβλημένο νὰ ὑφίσταται· πολὺ σύντομα προσετέθησαν καὶ οἱ ἑορτὲς τῶν Μαρτύρων.

Στὴ γένεση τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ἴσχυσε ὁ ἑορτολογικὸς κανόνας θεσμοθετήσεως μιᾶς ἑορτῆς σὲ συνέχεια μνήμης ἐγκαινίων συναφοῦς ναοῦ. Ὁ κανόνας αὐτὸς ἴσχυσε σὲ συνδυασμὸ μὲ τὸν ἀγώνα τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῶν μαριολογικῶν αἱρέσεων. Γι᾿αὐτὸ οἱ θεομητορικὲς ἑορτὲς θεσμοθετοῦνται μετὰ τὸν 5ο αἰ., ὅταν δηλαδὴ ἀποκρυσταλλώνεται τὸ περὶ Θεοτόκου ὀρθόδοξο δόγμα καὶ ὅταν ἀναπτύσσεται ἡ ναοδομία πέριξ τῶν ἱερῶν προσκυνημάτων. Καὶ πάλι, ὅμως, ἡ θεσμοθέτηση τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν σταδιακῶς μεταξὺ τοῦ 5ου καὶ 7ου αἰ. (τουλάχιστον γιὰ τὴν Ἀνατολὴ) δὲν ἐσήμανε τὴν αὐτόματη καὶ καθολικὴ διάδοσή τους στὸν χριστιανικὸ κόσμο.

Οἱ συγγραφεῖς τῶν θεομητορικῶν Ἐγκωμίων χρησιμοποιοῦν τὴν ἀπόκρυφη γραμματεία ὡς πηγὴ τῶν γεγονότων τῆς ἑορτῆς. Ἡ χρησιμοποίηση αὐτὴ συνιστᾶ ταυτοχρόνως ἀποδοχὴ τῆς συγκεκριμένης ἀπόκρυφης παραδόσεως, ἑπομένως πρέπει νὰ θεωρηθεῖ ὡς ἐπικύρωση τῆς ὀρθότητας τῶν ἀπόκρυφων πληροφοριῶν. Στὶς ὁμιλίες, τοὺς Λόγους καὶ τὰ Ἐγκώμια πρὸς τὴ Θεοτόκο ἐπενεργεῖ ἕνα «ἐκκλησιαστικὸ κριτήριο», μὲ βάση τὸ ὁποῖο διακρίνεται τὸ ἀληθινὸ ἀπὸ τὸ πλασματικὸ στοιχεῖο. ἡ Θεομητορικὴ ἐκκλησιαστικὴ γραμματεία πραγματώνει μία «ὀρθόδοξη ἑρμηνεία» τῆς ἀπόκρυφης περὶ Θεοτόκου παραδόσεως.

Ὅλα ὅσα ἐπισημαίνει μία ἑορτολογικὴ θεομητορικὴ μελέτη ἀποτελοῦν τὸ πηγαῖο ὑλικὸ, τὸ ὁποῖο διεμόρφωσε τὰ Μηνολόγια καὶ τὴν ὑμνολογία ἑκάστης θεομητορικῆς ἑορτῆς. Τὸ ἑορτολογικὸ περιεχόμενο, ἄλλωστε, καὶ ἡ ἐπιτέλεση τῆς πανηγύρεως συνιστοῦν δύο ἀλληλένδετα μεγέθη. Ἡ ἔννοια τῆς ἑορτῆς, ὡς ἀνάπτυξη τῆς θεολογίας της, καὶ ἡ ἐπιτέλεσή της εὑρίσκονται σὲ θαυμαστὴ συνάφεια. Ἡ μελέτη τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ἐνισχύει τὴν προτροπὴ τοῦ Ἰωάννου Εὐβοίας (8ος αἰ.): Δεῖ οὖν ἐν ταῖς θείαις καὶ μεγάλαις ἑορταῖς καὶ τὰς τῆς Θεοτόκου τῆς ἐλπίδος ἡμῶν πανηγυρίζειν(127). Ὁ πανηγυρισμὸς τῶν γεγονότων τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου ἀποτελεῖ γεγονὸς πνευματικοῦ ἀναβαπτισμοῦ, ὑπὸ τὴν ἔννοια μιᾶς πορείας πρὸς τὰ ἔσχατα, πρὸς τὸ πλήρωμα τῆς θεϊκῆς ἀγάπης γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κτίση.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Μοδέστου Ἱεροσολύμων, Ἐγκώμιον εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, Α΄, PG 86, 3277Β.

2. Μτ. 1, 18ἑξ./ Μκ. 3, 31-35/ Λκ. 1, 26 καὶ 39ἑξ. · 2, 1ἑξ. · 2, 33-35 καὶ 48-52/ Ἰω. 2, 1-12 · 19, 25-27/ Πρ. 1, 14. Ὁ μοναχὸς Ἐπιφάνιος (11ος αἰ.) σημειώνει τὰ ἀκόλουθα περὶ τῆς ἐλλείψεως θεομητορικῶν πληροφοριῶν στὰ Εὐαγγέλια: Οἱ δὲ ἅγιοι ἀπόστολοι περὶ τοῦ ἐξ αὐτῆς σαρκωθέντος Θεοῦ Λόγου τὴν σπουδὴν ἐποιήσαντο· καὶ εἰς τὰς τούτου πράξεις ἐσχόλασαν. Περὶ ταύτης δὲ (τῆς Θεοτόκου) ὀλίγα τινὰ εἰπόντες, εὐθέως παρέδραμον· οὕτω τοῦ Πνεύματος οἰκονομήσαντος (Περὶ τοῦ βίου τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, α΄, PG 120, 185Α).

3. Πρβλ. Δ.Μωραΐτη, «Θεομητορικαὶ ἑορταὶ», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, τόμ. 6, 1965, στ.274.

4. Ὁ τίτλος στὸ ἐν λόγῳ ἀπόκρυφο κείμενο δόθηκε ἀπὸ τὸ Γάλλο ἀνατολιστὴ G.Postel (1506- 1581), ὁ ὁποῖος ἔφερε ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη στὴ Δύση τὸ ἐν λόγῳ ἀπόκρυφο κείμενο καὶ τὸ μετέφρασε στὴ Λατινική. Ἕως τότε, τὸ Πρωτευαγγέλιο ἐφέρετο ὑπὸ ποικίλους τίτλους («Γέννησις Μαρίας τῆς Ἁγίας Θεοτόκου καὶ ὑπερενδόξου Μητρὸς Ἰησοῦ Χριστοῦ/ «Τοῦ Ἁγίου Ἰακώβου, ἀρχιεπισκόπου Ἱεροσολύμων τοῦ ἀδελφοθέου εἰς τὴν γέννησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας»/ «Ἱστορία τοῦ Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου εἰς τὴν γέννησιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου») [βλ. Ἰ.Ε. Ἀναστασίου, Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1959, σσ. 12-14].
Τὸ κείμενο ἐξέδωσε ὁ C.Tischendorf (Evangelia Apocrypha, Lipsiae, 18762). Περὶ τοῦ Πρωτευαγγελίου ὡς κειμένου, τὸ ὁποῖο ἐπηρέασε τὴ διαμόρφωση τῆς περὶ τῆς Θεοτόκου εὐσέβειας, βλ. E.Cothenet, «Le Protévangile de Jacques comme premier témoin de la pieté mariale populaire», στὸν τόμο Liturgie, Spiritualité, Cultures (Conférences Saint–Serge XXIXe Semaine d’études liturgiaues), Roma, Edizioni Liturgicae,1983, σσ. 63-80 (Bibliotheca «Ephemerides Liturgicae», «Subsidia»)/ E. Amman, Le Protévangile de Jacques et ses remaniements latins, Paris 1910, σσ. 40-42/ P.A.Van Stempvoort, «The Protoevangelium Jacobi, the Sources of its Theme and Style and their Bearing on its Date», Studia Evangelica, τόμ. ΙΙΙ, Berlin 1914, σσ. 410-426.

5. Ἐγὼ δὲ Ἰάκωβος ὁ γράψας τὴν ἱστορίαν ταύτην ἐν Ἱερουσαλήμ, θορύβου γενομένου, ὅτε ἐτελεύτησεν Ἡρώδης, συνέστειλα ἑμαυτὸν ἐν τῇ ἐρήμῳ ἕως κατέπαυσεν ὁ θόρυβος ἐν Ἱερουσαλήμ, δοξάζον τὸν δεσπότην Θεὸν τὸν δόντα μοι τὴν δωρεὰν καὶ τὴν σοφίαν τοῦ γράψαι τὴν ἱστορίαν ταύτην (C.Tischendorf, Apocrypha, σσ. 49-50).

6. Ὁ Ὠριγένης ἀναφέρεται σὲ «βίβλο τοῦ Ἰακώβου» (Ὑπόμνημα εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον, PG 13, 876C–877A).

7. Βλ. Ἰ.Ε. Ἀναστασίου, Τὰ Εἰσόδια…, σσ. 15-16.

8. Ἔκδ. C.Tischendorf, Apocrypha. Ὁ Tischendorf τὸ ἐκδίδει ὑπὸ τὸν τίτλο «Incipit liber de ortu Beatae Mariae et Infanta Salvatoris a beato Mattaeo Evangelista Hebraice scriptus et a beato Hieronymo presbytero in Latinum translatus». Ἡ πληροφορία αὐτὴ ὑποδηλώνει ὅτι τὸ πρωτότυπο δὲν ἦταν λατινικό.

9. Μ.Σιώτη, Ἡ ἐμφάνισις τῆς λατρείας τῆς Θεοτόκου καὶ ἡ ἐπὶ τῆς κοιμήσεως ἐκκλησιαστικὴ παράδοσις, Θεσσαλονίκη 1950, σ.5.

10. Ὅπως σημειώνει ὁ Β.Στεφανίδης, ἡ πρωτοχριστιανικὴ (ἀλλὰ καὶ ἡ μεταγενέστερη) τιμὴ πρὸς τὴ Θεοτόκο ἐπήγαζε ἀπὸ δύο παραμέτρους: τὴν προσωπική της ἁγιότητα καὶ τὴ συμμετοχή της στὸ σωτηριῶδες ἔργο τοῦ Κυρίου (Ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία, Ἀθῆναι, Ἀστήρ, 19703, σ. 316).

11. Ἡ ἀπὸ τῶν πρώτων αἰώνων τιμὴ πρὸς τὰ γεγονὸτα τῆς ζωῆς τῆς Θεοτόκου μελετήθηκε ἰδιαιτέρως ἀπὸ τὸν F.Manns, «Une ancienne tradition sur la jeunesse de Marie», Essai sur le Judéo-Christianisme, Jérusalem 1977, σσ. 106-114.

12. Ἱερ. 7, 17 · 51, 15ἑξ.

13. Κολλυριδιανοί, οἱ εἰς τὸ ὄνομα τῆς αὐτῆς μαρίας ἐν ἡμέρᾳ τινὶ τοῦ ἔτους ἀποτεταγμένη κολλυρίδα τινὰ προσφέροντες, οἷς ἐπεθέμεθα ὄνομα τῇ πράξει αὐτῶν ἀκόλουθον, Κολλυριδιανοὺς ὀνομάσαντες [Πανάριον, Γ΄, οθ΄, Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων 76, 1998, σ. 401(9-12)].

14. Ἀντιδικομαριαμῖται, οἱ τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν ἀειπάρθενον μετὰ τὸ τὸν Σωτῆρα γεγεννηκέναι τῷ Ἰωσὴφ συνῆφθαι λέγοντες [Πανάριον, Γ΄, οθ΄, Βιβλιοθήκη Ἑλλήνων Πατέρων καὶ Ἐκκλησιαστικῶν Συγγραφέων 76, 1998, σ. 401(6-7)].

15. Ἤδη σὲ ἑλληνικὸ πάπυρο τοῦ 3ου αἰ. καταχωρίζεται προσευχὴ μὲ μνεία μεσιτείας τῆς «ἁγίας Μαρίας τῆς Παρθένου», τὴν ὁποία ἐξέδωσε ὁ F.Mercenier («La plus ancien prière à la Sainte Vierge», Questions liturgiques, 25 (1940), σσ. 33-36). Πρόκειται, μᾶλλον, περὶ μιᾶς ἀρχαιότατης μαρτυρίας ἐντάξεως τῆς Θεοτόκου στὴ Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας (περὶ τοῦ τελευταίου αὐτοῦ θέματος, βλ. J.Ledit, Marie dans la Liturgie de Byzance, Paris, Beauchesne, 1976, σ.84). Τεράστια ἔκπληξη, πάντως, προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι σὲ ἔργο ἀνώνυμου συγγραφέα τοῦ 10ου αἰ. ὑπὸ τὸν τίτλο «Expositio officiorum ecclesiasticorum» μαρτυρεῖται θεομητορικὴ ἑορτὴ κατὰ τὸν 5ο αἰ. ἀμέσως μετὰ ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, ἡ ὁποία μάλιστα ἴσχυε στὴ νεστοριανικὴ Ἐκκλησία (!) (τὴν ἐξέδωσε καὶ μετέφρασε ὁ Dom Connolly στὴ σειρὰ Corpus Scriptorum Orientalium Christianorum, scriptores syriaci, τόμ. 92, σσ. 116ἑξ.).

16. Πρβλ. Π.Νέλλα, Ἡ Θεομήτωρ (τρεῖς θεομητορικὲς ὁμιλίες), ἔκδοση τῶν θεομητορικῶν ὁμιλιῶν τοῦ Ν.Καβάσιλα, Ἀθῆναι, Ἵδρυμα Εὐαγγελιστρίας Τήνου, 1968, σ. 27, σημ.1.

17. Ἐντύπωση προκαλεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Αἰθερία δὲν ἀναφέρει στὸ Ὁδοιπορικό της ἑορτὴ στὰ Ἱεροσόλυμα πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. Θὰ μπορούσαμε νὰ ἰσχυριστοῦμε ὅτι παρόμοια ἑορτὴ δὲν ὑφίστατο ἀκόμα· ἐπισημαίνεται, ὅμως, ὅτι στὴ διήγηση τῆς Αἰθερίας- ὅπως διασώθηκε ἕως σήμερα- ἐλλείπει τὸ πρὸ τῶν Χριστουγέννων τμῆμα τῶν ἀκολουθιῶν, ὅπου θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρξει ἱεροσολυμιτικὴ θεομητορικὴ ἑορτὴ [αὐτὸ ἐπισημαίνουν τόσο ὁ M.Jugie («La première fête mariale en Orient et en Occident», Echos d’Orient 22, 1923, σ. 142), ὅσο καὶ ὁ B.Capelle («La Fête de la Vierge à Jérusalem», Le Muséon 56, I-IV, 1943, σ.1)].
Ὁ M.Jugie ὑπεστήριξε τὴν ὕπαρξη μιᾶς ἑορτῆς «μνήμης τῆς Θεοτόκου» τὴν Κυριακὴ πρὸ τῶν Χριστουγέννων στὴν ἀνατολικὴ Ἐκκλησία, χρονολογώντας τὴν ἑορτὴ αὐτὴ ἤδη πρὶν ἀπὸ τὴ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο («La première fête mariale…», σσ. 129-152). Πρὸς ἐπίρρωση τῶν ἀπόψεών του, ὁ Jugie ἐπικαλέστηκε κάποιες Ὁμιλίες ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων, στὶς ὁποῖες ὁ ὕμνος πρὸς τὴ Θεοτόκο συσχετιζόταν μὲ τὴ Βηθλεέμ, τὴ φάτνη καὶ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀργότερα, ὁ ἴδιος ὁ Jugie ἀνήρεσε ἐν μέρει τὶς ἀπόψεις του, ἐπισημαίνοντας ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἑορτὴ ἴσχυε μόνο γιὰ τὴν Παλαιστίνη καὶ τὴ Συρία, γιὰ δὲ τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ Μ.Ἀσία ἡ ἑορτὴ ὑφίστατο στὶς 26 Δεκεμβρίου («La fête de la Dormition et de l’Assomption de la Sainte Vierge en Orient et en Occident», L’année théologique 4, 1943, σσ. 11-42). Αὐτὴ ἡ ἐπισήμανση ἀποκαλύπτει τὶς πηγὲς τῆς ἑορτῆς τῆς «Συνάξεως τῆς Θεοτόκου» στὶς 26 Δεκεμβρίου (βλ. σχετικῶς, Ἀ. Σπουρλάκου- Εὐτυχιάδου, Ἡ Παναγία τύπος χριστιανικῆς ἁγιότητος, Ἀθῆναι 1990, σσ. 63, σημ.3, καὶ 64).
Ὁ B.Capelle, ὅμως, θεώρησε ἀνεπαρκὴ τὴν αἰτιολόγηση τοῦ M.Jugie, ἔδωσε ἐντελῶς διαφορετικὴ ἑρμηνεία σὲ κείμενα, στὰ ὁποῖα στηριζόταν τὸ σκεπτικὸ τοῦ Jugie καὶ ἔστρεψε τὴν προσοχὴ τῆς ἔρευνας πρὸς μία θεομητορικὴ ἑορτὴ στὶς 15 Αὐγούστου («La Fête de la Vierge…», σσ. 1-33). Τὰ συμπεράσματα τοῦ Capelle ἀκολούθησαν οἱ A.Raes («Aux origines de la fête de l’Assomption en Orient», Orientalia Christiana Periodica 12, 1946, σσ. 262-274) καὶ B.Botte («Le lectionnaire arménien et la fête de la Theotokos à Jérusalem au Ve siècle», Sacris Erudiri 2, 1949, σσ. 112–122).

18. Πρβλ. Μ.Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.1.

19. Ὁ Δ.Μωραΐτης ὀρθῶς ἐπισημαίνει ὅτι, περὶ τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν μποροῦμε νὰ ἀναφερόμαστε μὲ βεβαιότητα μετὰ ἀπὸ τὴ Δ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδο («Θεομητορικαὶ ἑορταὶ»…, στ. 274).

20. A.G.Martimort, L’Eglise en prière, t.IV, Paris, Desclée, 1983, σ. 146.

21. Ἡ πιθανότητα ὑπάρξεως ναοῦ στὴν Ἀλεξάνδρεια πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου κατὰ τὸν τρίτο αἰ. εἶναι μᾶλλον ἀμυδρά. Περὶ τοῦ θέματος τῶν πρώτων θεομητορικῶν ναῶν καὶ τῶν πρώτων ἀπεικονίσεων τῆς Θεοτόκου, βλ. Μ.Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σσ. 10-11.

22. Μηναῖο τοῦ Δεκεμβρίου, Ἀθῆναι, Ἀποστολικὴ Διακονία, 1963, σ.66.

23. Βλ. Περισσότερα ἐν M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 483.

24. Ἰ.Καλογήρου, «Μαρία», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 8, 1966, στ.664.

25. PG 96, 1459C- 1500B.

26. Στὸ Γεώργιο Νικομηδείας ἀποδίδονται τρεῖς Λόγοι: Εἰς τὸν χρηματισμὸν τῆς συλλήψεως τῆς ἁγίας Ἄννης (PG 100, 1336Α- 1353Β)/ Ἐγκώμιον εἰς τὴν Σύλληψιν τῆς ἁγίας Ἄννης, τῆς μητρὸς τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου (PG 100, 1353B-1375C)/ Λόγος εἰς τὴν Σύλληψιν καὶ ἀπότεξιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας (PG 100, 1375C- 1400B). Ὁ τελευταῖος Λόγος ἀναφέρεται ταυτοχρόνως στὴ Σύλληψη καὶ τὴ Γέννηση, ἐπιβεβαιώνοντας τοιουτοτρόπως τὴν ἄμεση συνάφεια τῶν δύο ἑορταζομένων γεγονότων.

27. Λόγος εἰς τὴν σύλληψιν τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκλεγεὶς ἀπὸ τῶν Θείων Γραφῶν καὶ περὶ τοῦ ἐν ἱστορίαις τῶν δώδεκα φυλῶν τοῦ Ἰσραὴλ (PG 127, 544D-568A). Ὁ Ἰάκωβος προσθέτει τὴν πληροφορία ὅτι ἡ Ἄννα ἔφθασε ἕως τοῦ ναοῦ γιὰ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τὴν ἀτεκνία της.

28. Περὶ τοῦ βίου τῆς Θεοτόκου, γ΄, PG 120, 189C-192A.

29. Ἐγκώμιον εἰς τὴν σύλληψιν τῆς ἁγίας Ἄννης, 7, ἔκδ. M.Jugie, «Homelies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 503(26-30).

30. Α΄, 2, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 443(20-24).

31. Ἐπληρώθησαν δὲ οἱ μῆνες αὐτῆς· ἐν δὲ τῷ ἐνάτῳ μηνὶ ἐγέννησεν ἡ Ἄννα. Καὶ εἶπεν τῇ μαίᾳ. Τὶ ἐγέννησα; Ἡ δὲ εἶπεν, Θῆλυ. Καὶ εἶπεν Ἄννα. Ἐμεγαλύνθη ἡ ψυχή μου ἐν τῇ ἡμέρᾳ ταύτῃ· καὶ ἀνέκλινεν αὐτήν. Πληρωθεισῶν δὲ τῶν ἡμερῶν ἀπεσμήξατο Ἄννα, καὶ ἔδωκεν μασθὸν τῇ παιδί, καὶ ἐπωνόμασεν τὸ ὄνομα αὐτῆς Μαριὰμ (C.Tischendorf, Apocrypha, σσ. 10-11).

32. Λόγος εἰς τὸ γενέσιον, 6, ἔκδ. P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σ. 60. Ὁ P.Voulet σημειώνει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Δαμασκηνοῦ ἐξεφωνήθη προφανῶς στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ μᾶλλον ἐγγὺς τοῦ παρὰ τὴν προβατικὴ κολυμβήθρα ναοῦ (σ. 8).

33. Βλ. περισσότερα: A.Raes, «Assomption», σσ. 267-268/ Ἰ.Ἀναστασίου, Εἰσόδια, σ. 44.

34. Βλ. A.G.Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 147/ Ἰ.Καλογήρου, «Μαρία», στ. 664.

35. Αὐτὸ τονίζει ὁ Ἰ.Δαμασκηνὸς (Λόγος εἰς τὸ γενέσιον, 1, ὅ.π., σ.9).

36. Ἔκδ.J,Mateos, Le Typicon de la Grande Eglise, t.I, Roma 1962, σ. 18 (Orientalia Christiana Analecta 165).

37. Ἵνα γὰρ ὅλος ὁ κύκλος τοῦ ἐνιαυτοῦ εὐλογηθῇ δι᾿αὐτῆς, ἐτέχθη ἐν τῷ παρόντι μηνί, τῷ πρώτῳ τοῦ ἐνιαυτοῦ, ἐκοιμήθη δὲ ἐν τῷ ὑστάτῳ ὕπνον ἀθανασίας, ἵνα τοὺς μεταξὺ τούτων δέκα μῆνας κυκλοειδῶς παραλαβοῦσα, εὐλογήσῃ διὰ τοῦ τόκου αὐτῆς καὶ τῆς ζωηφόρου κοιμήσεως [Λόγος εἰς τὸ πάνσεπτον καὶ θεῖον Γενέθλιον τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἔκδ. M.Jugie, «Homelies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σσ. 528(12)-529(4)].

38. Στεφανίδου, Ἱστορία, σ. 317.

39. Βλ. A.Raes, «Assomption», σ. 268.

40. K.A.Kellner, Heortologie (oder die geschichtliche Entwicklung des Kirchenjahres und der Heilgenfeste), Freibourg i.Br., Herder, 1096, σ. 169. Ὁ Ἀνδρέας Κρήτης συνέγραψε τέσσερις Λόγους περὶ τῆς ἑορτῆς τοῦ Γενεσίου: Λόγος Α΄, Ἐγκώμιον εἰς τὸ Γενέθλιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 97, 805A-820D/ Λόγος Β΄, Εἰς τὸ Γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου. Μετὰ ἀποδείξεως, ὅτι ἐκ σπέρματος κατάγεται Δαβίδ, PG 97, 820D-844B/ Λόγος Γ΄, Εἰς τὴν Γενέθλιον ἡμέραν τῆς παναμώμου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ ἀπόδειξις ἐκ Παλαιᾶς ἱστορίας, καὶ διαφόρων μαρτυριῶν, ὅτι ἐκ σπέρματος κατάγεται Δαβίδ, PG 97, 844Β-861Β/ Λόγος Δ΄, Εἰς τὴν ἁγίαν γέννησιν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, PG 97, 861Β-881Β.

41. Βλ. P.Voulet, ὅ.π., σ.8.

42. Λόγος εἰς τὸ Γενέσιον, 1, ὅ.π., σ.46.

43. Λόγος εἰς τὸ γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 102, 548C.

44. Ἀγαλλιάσεως ἡμέρα καὶ εὐφροσύνης ἀρχή. Ἀποθώμεθα τὴν κατήφειαν, καὶ τὴν λαμπρότητα περιθώμεθα…Τὶς οὐκ ἀγάλλεται καρδίᾳ; Τὶς οὐκ εὐφραίνεται πνεύματι; Τὶς οὐ μυστικῶς κατατέρπεται; Τὶς οὐ πανηγυρίζει πνευματικῶς, τὴν ἐν τῷ Θεῷ προωρισμένην, καὶ διὰ στομάτων προφητικῶν προηγγελμένην σωτηρίαν, εἰς ἔκβασιν ἄρτι σαφῆ προϊοῦσαν καθορῶν; (Λόγος Α΄ εἰς τὸ γενέσιον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 105, 16Α-17Α).

45. Εἰς τὴν ὑπερένδοξον τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου γέννησιν, 18, ἔκδ. Νέλλα, Θεομήτωρ, σ.110.

46. Tischendorf, Apocrypha, σσ. 14-15.

47. Βλ. Ἰ.Ἀναστασίου, Τὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου, Θεσσαλονίκη 1959, σ.44.

48. A.G.Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 147. Ὁ Martimort στηρίζεται στὴ μαρτυρία τοῦ Κυρίλλου Σκυθοπολίτου, ὁ ὁποῖος ἀναφέρει ὅτι παρέστη στὰ ἐγκαίνια τοῦ ναοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ παρέχει περισσότερες πληροφορίες.

49. Καλογήρου, «Μαρία», στ. 664/ Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 147/ Ἀναστασίου, Εἰσόδια, σ.46.

50. Τὸ ἴδιο συνέβη μὲ τὴν περίπτωση τῶν ἐγκαινίων τοῦ ἐπὶ τοῦ Παναγίου Τάφου ναοῦ- 13 Σεπτεμβρίου- ἡ ἀνάμνηση τῶν ὁποίων ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ τὴν ἑορτὴ τῆς Ὑψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ στὶς 14 Σεπτεμβρίου.

51. Τὴν ἄποψη αὐτὴ ὑποστηρίζει ὁ S.Vailhé («La fête de la Présentation de Marie au Temple», Echos d’Orient, 5 (1901-1902), σ.223.

52. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, Α΄, PG 98, 292C.

53. Εἰς τὴν Εἴσοδον τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, PG 98, 292C-309B/ Ἐγκώμιον εἰς τὴν ἁγίαν Θεοτόκον· ὅτε προσηνέχθη ἐν τῷ ναῷ εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων τριετίζουσα, ὑπὸ τῶν αὐτῆς γονέων, PG 98, 309Β-320Β.

54. Στὴ Δύση οἱ διηγήσεις τῶν Ἀποκρύφων ἀντιμετώπισαν πολὺ μεγαλύτερη ἐπιφυλα-κτικότητα ἀπ᾿ὅ,τι στὴν Ἀνατολή. Αὐτό, ὅμως, ἑρμηνεύει καὶ τὴν ἐπιφυλακτικότητα περὶ τῶν γεγονότων τῶν Εἰσοδίων, μαρτυρουμένων μόνο στὴν ἀπόκρυφη πηγὴ τοῦ Πρωτευαγγελίου τοῦ Ἰακώβου.

55. Βλ. W.E.Coleman, Philippe de Mézières’ compaign for the Feast of Marys’ Presentation, Toronto, Institute of Medieval Studies, 1981, σσ. 1-10.

56. Λόγος εἰς τὰ εἰσόδια τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου, ΙΕ΄, PG 98, 1497C.

57. Λόγος εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ὅτε προσηνέχθη τῷ ναῷ παρὰ τῶν γεννητόρων αὐτῆς, ΙΒ΄, PG 126, 144B-C.

58. Εἰς τὴν εἴσοδον τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, Γ΄, PG 98, 293D, 305Α.

59. Εἰς τὴν ἐκ στειρωτικῶν λαγόνων προσαγομένην εἰς τὰ Ἅγια ἁγίαν γονήν, τὴν ἀειπάρθενον τοῦ Θεοῦ Μητέρα, PG 107, 13Β.

60. Tischendorf, Apocrypha, σσ. 21-22. Συνεξέταση τῶν δύο πηγῶν γίνεται ἀπὸ τὸν F.Cabrol, «Annonciation (Fête de l’), Dictionnaire d’archéologie Chrétienne et de Liturgie, 1(4), Paris 1907, στ. 2241-2242.

61. Ὁ τίτλος αὐτὸς τῆς ἑορτῆς δὲν εἶναι ὁ μόνος, ἀλλὰ καλεῖται ἐπίσης «ἀγγελισμὸς» καὶ «χαριτισμὸς» (βλ. Ἰ.Φουντούλη, «Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία 5, 1964, στ. 980).

62. Βλ. F.Cabrol, «Annonciation», στ. 2242-2243.

63. Ἰ. Φουντούλξ, «Εὐαγγελισμὸς», στ. 980/ F.Cabrol, «Annonciation», στ. 2245-2247.

64. Βλ. σχετικῶς Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 146.

65. Ἔκδ. H.Usener, Der heilige Theodosios, Leipzig 1890, σ. 38.

66. Ὁ M.Jugie προσπάθησε νὰ τὸ ἀποδείξει («Fête mariale», σ. 133).

67. Βλ. Kellner, Heortologie, σ. 169/ Καλογήρου, «Μαρία», στ. 664.

68. A.Baumstark, «Das kirchenjahr in Antiocheia zwischen 512-518», Roemische Quartalschrift 10 (1897), σσ. 31-36.

69. Βλ. «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 435.

70. Βλ. Cabrol, «Annonciation», στ. 2244/ Φουντούλη, «Εὐαγγελισμὸς», στ. 981.

71. Ἔκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σσ. 336-343.

72. Ἔκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σσ. 318-335.

73. Ἐξαίρετος δὲ τις τῶν ὑμνούντων εἰς αὐτὴν ὁ παρὼν καιρός. Ἐν γὰρ δὴ τούτῳ καὶ πολλαχοῦ αὕτη διαπρεπὴς ἐπιτελεῖται πανήγυρις, πάντως ἐπειδὴ πέπρακταί τι κατὰ τοῦτο μυστήριον τῶν πολλῶν διαφεῦγον τὴν αἴσθησιν (Εἰς τὴν ἁγίαν Μαρίαν τὴν Θεοτόκον, 1, ἐκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 336).

74. Βλ. F.Cabrol, Les Eglises de Jérusalem, la discipline et la liturgie au IVe siécle, Paris 1895, σσ. 122-123.

75. Φουντούλη, «Εὐαγγελισμὸς», στ. 981.

76. Πρβλ. Γ.Α.Ράλλη- Μ.Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καὶ ἱερῶν κανόνων, τόμ. Γ΄, Ἀθῆναι 1853, σσ. 218-219.

77. Πρβλ. Ράλλη- Ποτλῆ, τόμ. Β΄, Ἀθῆναι 1852, σσ. 427-428.

78. Γι᾿αὐτὸ δὲν θεωροῦνται γνήσιες οἱ περὶ Εὐαγγελισμοῦ Ὁμιλίες ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων προγενέστερων τοῦ 4ου αἰ., ὅπως Γρηγορίου τοῦ Θαυματουργοῦ (3ος αἰ.) καὶ Μ.Ἀθανασίου (4ος αἰ.).

79. Πρβλ. Ἱστορία, σ. 317.

80. Ὁ Jugie θέτει τὴ συγκεκριμένη μαρτυρία τοῦ Ἀβραμίου κυριολεκτικῶς στὸ «μικροσκόπιο» τῆς ἔρευνας («Fête mariales», σ. 130).

81. Ἐν ταύτῃ τοίνυν τῇ ἡμέρᾳ, λέγω δὲ τῇ κε΄ τοῦ κατὰ Ρωμαίους Μαρτίου μηνός, παραλαβοῦσα ἀπὸ τῶν θεοφόρων διδασκάλων ἑορτάζει τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου μαρίας ἡ τοῦ Θεοῦ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία (PG 92, 488C/ Παρόμοια μαρτυρία ἐν 1001 Α-Β). Περὶ τῆς μαρτυρίας αὐτῆς, βλ. Vaihé, «Αnnonciation», σ. 140/ L.Duchesne, Origines du culte Chrétien, Paris 19084, σ. 278/ M.Aubineau, Les homélis festales d’Hésychius de Jérusalem, vol. I, Bruxelles 1978, σ. 185.

82. «Θεομητορικαὶ ἑοιρταὶ», σσ. 275-276.

83. Πρβλ. «Μαρία», στ. 664.

84. Βλ. «Three Early Byzantine Hymns and their Place in the Liturgy of the Church of Constantinople», Byzantinische Zeitschrift 51(1958), σσ. 53-65.

85. Ἡ ἀρχαιότερη μαρτυρία ἑορτασμοῦ εἶναι ἐπὶ ἐποχῆς τοῦ πάπα Σέργιου (687-701), ὁ ὁποῖος ἦταν συριακῆς καταγωγῆς καὶ κατέγραψε τὸ τελετουργικὸ τῆς ἑορτῆς στὸ Liber Pontificalis (ἔκδ. L.Duchesne, Le Liber Pontificalis, texte, introduction et commentaire, t.I, Paris 1955–57, σσ. 371, 376).

86. Βλ. P.Jounel, Le culte des saints dans les basiliques du Latran au douzième siécle, Rome, Ecole Française de Rome, 1977, σ. 229 (Collection de l’Ecole Française de Rome 26).

87. Sicut a majoribus traditum suscipiens Ecclesiae custodit auctoritas. Octavo enim kalendas Aprilis conceptus, quo et passus (De Trinitate, IV, 5, PL 42, 894). Τὴ μαρτυρία τοῦ Αὐγουστίνου ἀναλύει διεξοδικῶς ὁ Raes («Assomption», σ. 267).

88. Βλ. καὶ R.A.Fletcher, «Celebrations at Jerusalem on March 25th in the Sixth century A.D.», Studia Patristica, vol.V, Berlin 1962, σσ. 30-34 (Texte und Untersuchungen 80).

89. Βλ. περισσότερα περὶ τοῦ σκεπτικοῦ αὐτοῦ ἀπὸ τὸν M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 436.

90. Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Θεοτόκου, ἐκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 16(3), 1921, σ. 443-444.

91. Βλ. περὶ τῆς θεωρίας αὐτῆς ἐν Cabrol, «Annonciation», στ. 2247-2248.

92. Βλ. Φουντούλη, «Εὐαγγελισμὸς», στ. 981.

93. Λόγος Β΄, Εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸν τῆς Παναχράντου καὶ Θεοτόκου Μαρίας, PG 89, 1384Α-Β.

94. Βλ. Π.Χρήστου, Ἑλληνικὴ Πατρολογία, τόμ. Β΄, Θεσσαλονίκη, Κυρομανός, 1991, σ. 673. Ὡς «Liber transitus Mariae» παρατίθεται ὑπὸ τοῦ J.P.Migne (PG 5, 1231-1240), ἀποδιδόμενο λανθασμένα στὸ Μελίτωνα Σάρδεων (τὸ ἀπέδειξε ὁ M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 370). Ὁ P.Voulet- ἐκδότης τῶν θεομητορικῶν Ὁμιλιῶν τοῦ Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ- ὑποστήριξε ὅτι τὸ συγκεκριμένο κείμενο ἀποτελεῖ σύνοψη τοῦ συνόλου τῶν περὶ Κοιμήσεως ἀποκρύφων διηγήσεων, ποὺ δὲν διεσώθησαν στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση (βλ. Sources Chrétiennes 80, 1961, σ. 26).
Τὰ φιλολογικὰ προβλήματα περὶ τοῦ κειμένου αὐτοῦ δὲν ἔχουν γνωρίσει τὴν πλήρη διαλεύκανση. Εἶναι δύσκολο νὰ ἀποδεχθοῦμε τὴν ἀπολυτότητα τοῦ Dom Cabrol ὅτι τὸ πρωτότυπο εἶναι συριακὸ («Assomption», στ. 2998), ἐφόσον καὶ ἡ ὕπαρξη ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου φαίνεται ὅτι διεκδικεῖ τὴν ἀλήθεια (βλ. P.Voulet, ὅ.π., σ. 27). Συριακὸ ἤ ἑλληνικό, τὸ πρωτότυπο κείμενο χρονολογεῖται περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου- ἀρχὲς τοῦ 5ου αἰ., ἔτυχε δὲ μεταφράσεως στὴν κοπτική, λατινικὴ καὶ ἀραβικὴ γλώσσα, θεωρούμενο ὡς σύνοψη στοιχείων ἀκόμα καὶ τοῦ 2ου αἰ. Μία παραλλαγὴ τοῦ κειμένου ἀποδίδεται στὸ Μελίτωνα Σάρδεων (†180), στὸ ἔργο του «Κοίμησις Θεοτόκου», τὸ ὁποῖο ὅμως εἶναι νόθο καὶ μεταγενέστερο τοῦ 4ου αἰ. (Σ.Παπαδόπουλου, Πατρολογία, τόμ.Α΄, Ἀθήνα, Παρουσία, 19973, σ. 263).

95. Ἔκδ. Tischendorf, Apocrypha, σσ. 95-112.

96. Contribution to the apocryphal Literature of the New Testament collected and edited from syriac manuscripts in the British Museum with an english translation and notes, Londres 1865, σσ. 49-51.

97. PG 96, 721C- 753A/ P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σσ. 122-177.

98. Πρβλ. M.Jugie, La mort et l’assomption de la Vierge, Roma 1944, σ. 92 (Studi e Testi 114).

99. Νέλλα, Θεομήτωρ, σ. 27, σημ. 1.

100. Πρβλ. Cabrol, «Assomption», στ. 2996.

101. Ἡ οἰκία αὐτὴ εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὸ «ὑπερῶο» τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων (1,13). Βλ. περισσότερα M.J. Lagrance, «La Dormition de la Sainte Vierge et la maison de Jean-Marc», Revue Benedictine 7 (1899), σσ. 589-600.

102. Βλ. σχετικῶς Καλογήρου, «Μαρία», στ. 663/ Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.14. Περὶ τὰ τέλη τοῦ 4ου αἰ. ὁ Ἐπιφάνιος Σαλαμίνος οὐδεμία παρόμοια παράδοση γνωρίζει (Κατὰ αἱρέσεων, 78, 11, PG 42, 716B-C. Βλ. καὶ τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Kellner, Heortologie, σ. 172).

103. Ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος (530) μαρτυρεῖ περὶ ὑπάρξεως ναοῦ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου στὴ Γεθσημανὴ [De situ terrae sanctae, 10, ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175), σ. 119/ Ὁ Capelle («La Fête de la Vierge», σ. 29, σημ. 61) προσπαθεῖ νὰ ἀξιολογήσει περισσότερο τὴ μαρτυρία αὐτὴ], ὁ δὲ Ἀντώνιος τῆς Πλακεντίας (570) ὅτι ἐντὸς τοῦ συγκεκριμένου ναοῦ ὑπῆρχε ὁ τάφος τῆς Θεοτόκου [ἔκδ. J.Tobler, Itinera et descriptiones Terrae sanctae, t.I, Iena 1877, σ. 100. Ὁ Raes, ὅμως, θεωρεῖ ὅτι ὁ μαρτυρούμενος ναὸς καὶ ὁ τάφος δὲν εὑρίσκονταν στὸν ἴδιο τόπο («Assomption», σ. 264)].

104. Οἱ μαρτυρίες αὐτὲς ἐμπεριέχονται στὴν Ἀνακρεόντιο ποίηση τοῦ Σοφρωνίου (PG 83, 3789Α· 3821Β· 3824Β).

105. Πρόκειται περὶ τῆς ἱεροσολυμιτικῆς λειτουργικῆς τάξεως ὅπως ἐξάγεται ἀπὸ τὰ «Ὁδοιπορικὰ» τῶν ἐκ τῆς Δύσεως προερχομένων προσκυνητῶν τῶν Ἁγίων Τόπων. Στὸ ἐν λόγῳ breviarium ἐπαναλαμβάνεται ἡ μαρτυρία τῶν «Ὁδοιπορικῶν» ὅτι ibi (στὴ Γεθσημανὴ) est basilica sanctae Mariae, et ibi est sepulchrum eius (ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175, σ.155).

106. Σωστὲς εἶναι οἱ ἐπισημάνσεις τῶν F.M.Abel (Jérusalem nouvelle, Paris, Gabalda, 1926, σσ. 816-817) καὶ Μ.Σιώτη (Λατρεία Θεοτόκου, σ. 13).

107. Σύνοψη τῶν ἐρευνῶν αὐτῶν, βλ. στὶς μελέτες τῶν S.Nirschl (Das Grab der heiligen Jungfrau Maria. Eine historische Kritiche Studie, Mainz, Franz Kirchheim, 1896) καὶ B.Baggati [«Nuove scoperte alla tomba della Vergine a Getsemani», Studii Biblici Franciscani, Liber annuus 22 (1971), σσ. 236-290]. Τὶς θέσεις τοῦ Nirschl σχολιάζει ὁ Kellner (Heortologie, σ. 172, σημ.2).

108. Τὴ θέση αὐτὴ προέβαλε μία αὐγουστινιανὴ μοναχὴ τοῦ ἀββαείου Agnetenberg τῆς Βεσταφαλίας, ἡ Anna Catherine Emmerich (†1824), ἡ ὁποία διετείνετο ὅτι εἶχε ἐπὶ τοῦ θέματος «ὁραματικὴ ἀποκάλυψη» (οἱ «ἀποκαλύψεις» της ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὸ ἀββαεῖο της στὸ ἔργο Vie de Saint Vierge d’après les méditations d’A.C.Emmerich, γαλλικὴ μετάφραση τοῦ H.Cazalès, Paris 1931, ἰδιαιτέρως οἱ σελ. 380-381).

109. Κυριότερος ἐπρόσωπος τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὑπῆρξε ὁ M.P.Wegener (Wo ist des Grab der Jungfrau Μaria? Eine alte Frage neu untersucht zu Ehren der hehren Grottesmutter, Würzburg 1895).

110. Τὰ ἀναλυτικότερα συμπεράσματα τῆς Emmerich δημοσιεύτηκαν μετὰ τὸ θάνατό της (βλ. E.C.Emmerich, Panagia- Capouli ou maison de la Sainte Vierge près d’Ephése, Paris, Oudin, 1896). Σχετικὴ ἀναφορὰ γίνεται στὴ νεοσύστατη, τότε, Revue Biblique [1, (1892), σ. 463], γεγονὸς τὸ ὁποῖο μαρτυρεῖ τὸ ἐρευνητικὸ ἐνδιαφέρον περὶ τῶν ἀπόψεων τῆς Emmerich.

111. Δὲν ὑπάρχει βεβαιότητα περὶ ἀφιερώσεως τοῦ ναοῦ αὐτοῦ στὴν παρθένο Μαρία ἤ σὲ ὁμώνυμη ἁγία (βλ. Στεφανίδου, Ἱστορία, σ. 316). Εἶναι χαρακτηριστικὸ τῆς ἐπὶ τοῦ θέματος ἀσάφειας τὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας προσφωνῶν τὰ μέλη τῆς Γ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀναφέρεται σὲ ναὸ πρὸς τιμὴ τῆς Θεοτόκου (Χαίροις τύνοιν παρ᾿ἡμῶν ἁγία μυστικὴ Τριάς, ἡ τούτους ἡμᾶς πάντας συγκαλεσαμένη ἐπὶ τήνδε τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Θεοτόκου Μαρίας, PG 77, 992Α-Β), ἐνῶ ὁ τίτλος τῆς προσφωνήσεώς του ἀναφέρεται σὲ ναὸ τῆς ἁγίας Μαρίας (Ὁμιλία Δ΄, Ἐν Ἐφέσῳ λεχθεῖσα πρὸς Νεστόριον, ἡνίκα κατῆλθον οἱ ἑπτὰ πρὸς τὴν ἁγίαν Μαρίαν, PG 77 , 992A).

112. Βλ. τὶς παρατηρήσεις τοῦ J.T.Milik, «Epigraphie et topographie palestinienne», Revue Biblique 67 (1960), σσ. 571-572. Ἡ ἐν λόγῳ τοποθεσία ἐκίνησε τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀρχαιολόγων [βλ. τὶς μελέτες τῶν Von Riess («Kathisma palaion», Zeitschrift für deutche Palästina-Verein 12, 1889, σσ. 17-23), G.Klameth (Die neutestamentlichen Lokaltraditionen Palästinas in der Zeit vor den Kreuzzüngen, I, Münster, Aschendorff, 1914) καὶ F.M.Abel (Bethléem, Paris Gabalda, 1914).

113. Πρωτευαγγέλιο, 17, 2-3: σύμφωνα μὲ τὴ διήγηση αὐτή, ἡ Θεοτόκος, καθ᾿ὁδὸν πρὸς τὴ Βηθλεὲμ καὶ λίγο πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου, ἐζήτησε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ νὰ κατέλθει ἐκ τῆς ὄνου στὸ συγκεκριμένο σημεῖο γιὰ νὰ ξεκουραστεῖ. Βλ. περισσότερα στὶς μελέτες τῶν E.de Strycker (La Forme la plus ancienne de Protévangile de Jacques, Bruxelles 1961, σσ. 142-145), Capelle («Fête de la Vierge», σ.21) καὶ Martimort (Eglise en prière, IV, σ. 147).
Τὴν παράδοση αὐτὴ ἐπιβεβαιώνει τὸ 530 ὁ προσκυνητὴς Θεοδόσιος (De situ terrae sanctae, ἔκδ. Geyer, Corpus Christianorum, Series Latina 175, σ.124), φαίνεται δὲ ὅτι ἦταν κυρίαρχη σὲ σχέση μὲ ἄλλη, περὶ παραμονῆς ἐπ᾿ὀλίγον τῆς Θεοτόκου στὸ συγκεκριμένο τόπο κατὰ τὴ φυγὴ πρὸς τὴν Αἴγυπτο (βλ. σχετικῶς: Klameth, Die neutestamentlichen Lokaltraditionen, σσ. 60-61). Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ πληροφορία τοῦ Raes ὅτι, στὸ ἐν λόγῳ «Κάθισμα» ἡ Ραχὴλ ἐγέννησε τὸν Βενιαμὶν καὶ ἀπέθανε ἐκεῖ («Assomption», σ. 262).

114. Πρβλ. E.Schwartz, Kyrillos von Skythopolis, Leipzig 1939, σ. 236 (20). Σύμφωνα μὲ τὴ μαρτυρία αὐτή, ὁ ναὸς ἀνοικοδομήθηκε ἀπὸ μία Ρωμαία προσκυνήτρια εὐγενοῦς καταγωγῆς, τὴν Ἰκελία (ἤ Ἰκηλία) κατὰ τοὺς χρόνους πατριαρχείας τοῦ Ἰουβενάλιου Ἱεροσολύμων (417-458).

115. Βίος Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ἔκδ. Usener, Theodosios, σ. 58.

116. A.Baumstark, Liturgie comparée, Chèvetogne 1939, σ. 202. Βλ. τοῦ ἰδίου, Festbrevier und Kirchenjahr der syrischen Jakobiter, Paderborn 1910, σσ. 216ἑξ. Τὴν ἄποψη περὶ 13ης Αὐγούστου υἱοθετεῖ καὶ ὁ Ἰ.Φουντούλης («Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου ἑορτὴ», Θρησκευτικὴ καὶ Ἠθικὴ Ἐγκυκλοπαιδεία, 7, 1965, στ. 705). Εἶναι ἀπορίας ἄξιο τὸ γεγονὸς ὅτι, ὁ O.Faller θεωρεῖ τὴν ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» ὡς ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου [De priorum saeculum silentio circa Assumptionem B.Mariae Virginis, Romae 1946, σσ. 18-20 (Analecta Gregoriana 36)].

117. Στεφανίδου, Ἱστορία, σ. 317. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη τὸ «ἀρμενικὸ λεκτσιονάριο» ἤ «ἐκλογάδιο», τὸ ὁποῖο ἐξέδωσε σὲ παράρτημα ὁ F.C.Conybeare (Rituale Armenorum, Oxford, Clarendon Press, 1905, σσ. 507-527) καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκδότης ἰσχυρίζεται ὅτι καταγράφει τὴ λειτουργικὴ πράξη τῶν Ἱεροσολύμων κατὰ τὸν 6ο αἰ., συμπεραίνουμε ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ὑφίστατο ἀκόμα ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως, ἀλλὰ ἴσχυε ἡ ἑορτὴ μὲ τὸ γενικὸ θεομητορικὸ περιεχόμενο (ἡ ἑορτὴ τοῦ «καθίσματος»). Τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ἐνισχύεται ἀπὸ τὰ ὑπὸ τοῦ «λεκτσιοναρίου» ἀναφερόμενα περὶ ἑορτῆς τῆς Θεοτόκου στὴ μονὴ τοῦ ἁγίου Εὐθυμίου πρὸ τοῦ 479 (βλ. σχετικῶς Capelle, «Fête de la Vierge», σσ. 19-20). Τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ τὸν 5ο αἰ. ὑφίσταται ἀκόμα ἡ παλαιὰ ἑορτὴ τοῦ «Καθίσματος» ἐπισημαίνεται καὶ ἀπὸ τὸν C.Andronicof (Le sens des fêtes, t.I, Paris, Cerf, 1970, σ. 279).

118. Βλ. Σιώτη, Λατρεία Θεοτόκου, σ.11/ Martimort, Eglise en prière, IV, σ. 147.

119. Βλ. Σπουρλάκου- Εὐτυχιάδου, Παναγία Θεοτόκος, σ.64.

120. Πρβλ. A.Wenger, L’Assomption de la T.S.Vierge dans la tradition byzantine du Ve au Xe siècle. Etudes et documents, Paris 1955, σσ. 102–103/ M.Van Esbroeck, «Nouveaux apocryphes de la Dormition en géorgien», Analecta Bollandiana 90 (1970), σσ.363-369. Τὸ «Κανονάριο» εἶναι γεωργιανὴ μετάφραση ἀπολεσθέντος ἑλληνικοῦ πρωτοτύπου, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου ἦταν ἄγνωστη ἕως τῶν ἀρχῶν τοῦ 20 αἰ. Πρῶτος γνωστοποίησε τὴν ὕπαρξή του ὁ C.Kékélidzé, ὁ ὁποῖος τὸ ἐξέδωσε τὸ 1912 [«Un typikon hiérosolymitain du VIIe siècle», Analecta Bollandiana 31 (1912), σσ. 319-350], γιὰ νὰ ἀκολουθήσουν δύο διορθωτικὲς ἐπανεξετάσεις τῆς ἀρχικῆς ἐκδόσεως τὸ 1923 ἀπὸ τοὺς H.Goussen καὶ A.Chanidzé.

121. Ἀπὸ τὴν παραλλαγὴ αὐτὴ προφανῶς πηγάζει ὁ χαρακτηρισμὸς τοῦ ναοῦ στὴ Γεθσημανὴ ὡς «εὐκτηρίου τοῦ Μαυρικίου» (Φουντούλη, «Κοίμησις», στ. 705). Ὁ Kékélidzé διορθώνει τὸ γεωργιανὸ πρωτότυπο περὶ «Μαυρικίου» σὲ «Μαρκιανὸ», ἐπειδὴ προφανῶς ἐγνώριζε ὅτι οἱ δύο προαναφερθέντες προσκυνητὲς τῶν ἁγίων Τόπων (ὁ Θεοδόσιος περὶ τὸ 530 καὶ ὁ Ἀντώνιος Πλακεντίας περὶ τὸ 570) μαρτυροῦν περὶ ὑπάρξεως τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἑπομένως ὑπῆρχε πρὸ τοῦ Μαυρικίου (582-602). Εἶναι πιθανὸν ἡ μετατροπὴ τοῦ «Μαρκιανὸς» σὲ «Μαυρίκιος» ὑπὸ τοῦ γεωργιανοῦ πρωτοτύπου νὰ ὀφείλεται στὴν ἐπωνυμία τοῦ Μαρκιανοῦ ὡς «Μαυρικιανοῦ» (βλ. Raes, «Assomption», σ. 264).

122. Kékélidzé, σ. 123. Ὁ I.H.Dalmais συγκρίνει τὴ μαρτυρία αὐτὴ μὲ μεταγενέστερες γεωργιανὲς πηγὲς καὶ καταλήγει στὸ συμπέρασμα ὅτι, ὁ συγκεκριμένος ἑορτασμὸς δὲν περιοριζόταν κατὰ τὴ 15η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἐκτεινόταν μεταξὺ 13ης καὶ 17ης Αὐγούστου («Les Apocryphes de la Dormitipn et l’ancienne liturgie de Jérusalem», Bible et Terre Sainte 179, 1976, σσ. 11-14).

123. Τὴν πληροφορία αὐτὴ παρέχει ὁ Νικηφόρος Κάλλιστος: Τάττει δὲ καὶ Μαυρίκιος τὴν τῆς πανάγνου καὶ θεομήτορος κοίμησιν, κατὰ τὴν πεντεκαιδεκάτην τοῦ Αὐγούστου μηνὸς (Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία, 17, 28, PG 147, 292Α-Β).

124. Κοίμησις τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, 1, ἔκδ. M.Jugie, «Homélies mariales byzantines», ἐν P.Graffin, Patrologia Orientalis 19(2), 1926, σ. 376.

125. Λόγος Β΄εἰς τὴν Κοίμησιν, 16, ἔκδ. P.Voulet, Sources Chrétiennes 80, 1961, σ. 162.

126. Λόγος εἰς τὴν πάνσεπτον Κοίμησιν τῆς ὑπεραγίας δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, ἔκδ. A.Wenger, «Un nouveau témoin de l’assomption: une Homelie attribuée à Saint Germain de Constantinople», Revue des Etudes Byzantines 16 (1958), σσ. 48-53.

127. Λόγος εἰς τὴν σύλληψιν τῆς ἁγίας Θεοτόκου, κβ΄, PG 96, 1497Β.

Υμνολογία εις την Παναγίαν – Καισαρίου Δαπόντε .

ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ(Ι)

agia_anna_7548

Υμνολογία εις την Παναγίαν

Ούτος ο Ύμνος εστίν έξω των εκατόν,
οίτινες εισίν εν τω Ιερώ Εγκολπίω.

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.051 επιπλέον λέξεις

Η Παναγία (Απόστολος Παπαδημητρίου)

 7d8ab-madonna2bdi2bandria2b2528odigitria2529

Η Μαρία, η μητέρα του Χριστού υπήρξε πρόσωπο, το οποίο έζησε στη σκιά του γυιού της και Θεού. Ο βίος της κύλισε στη σιωπή. Λίγες οι αναφορές σ’ αυτήν στα κείμενα της Καινής Διαθήκης και ουδεμία μετά την ανάσταση του Χριστού. Ο πιστός λαός όμως την τίμησε διαχρονικά, καθώς τη θεώρησε μεσίτρια προς τον γυιό της, όπως ακριβώς τονίζεται στον παρακλητικό της κανόνα. Αυτή υπήρξε επί χιλιετία η προστάτιδα της Κωνσταντινούπολης. Όταν οι Άβαροι την πολιόρκησαν κατά το Α΄ μισό του 7ου αιώνα, στη σκέπη της ο λαός της βασιλεύουσας απέδωσε τη σωτηρία του και συνέθεσε τον θαυμάσιο όχι μόνο από θεολογικής αλλά και από φιλολογικής άποψης ακάθιστο ύμνο. Αιώνες αργότερα αυτοκράτορας-ποιητής, ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (13ος αιώνας) συνέθεσε τον μεγάλο παρακλητικό κανόνα προς τη Θεοτόκο, ο οποίος ψάλλεται στους ναούς εναλλάξ με τον μικρό κατά το πρώτο μισό του Αυγούστου. Αυτά και πολλά άλλα μαρτυρούν την ευλάβεια των προγόνων μας προς το πρόσωπο της Θεοτόκου, στην οποία έδωσαν πληθώρα προσωνυμίων εκδηλώνοντας την ευγνωμοσύνη τους για το πλήθος των ευεργεσιών της. Την Παναγία θεωρούν προστάτιδα και οι μοναχοί του Αγίου Όρους ονομάζοντας τον τόπο Περιβόλι της. Την Παναγία θεωρούσαν προστάτιδα και οι πολεμιστές που έγραψαν το τελευταίο έπος στα χιονισμένα βουνά της Βορείου Ηπείρου. Και στα μετόπισθεν ο γυναικείος πληθυσμός συνέρρεε στους ναούς να ψάλλει την παράκληση στην υπέρμαχο Στρατηγό! Σήμερα απαξιούμε να διδάξουμε στα σχολεία μας ελάχιστους από τους υπέροχους ύμνους προς την Παναγία. Το «πνεύμα του διαφωτισμού» σαν λίβας μάρανε την φλόγα της πίστης, χάρη στην οποία οι πρόγονοί μας κατάφεραν να ξεπεράσουν μύριες όσες ιστορικές αντιξοότητες. Το καθεστώς της νόμω κρατούσης Πολιτείας ανέχεται βέβαια ακόμη σε κάποιο βαθμό τη σύμπλευσή του με την Εκκλησία. Χάρη σ’ αυτήν την ανοχή επωφελούμαστε από τις αναγνωρισμένες αργίες λόγω θρησκευτικών εορτών, ώστε να δραπετεύουμε από τα πνιγηρά αστικά κέντρα. Κατά κανόνα όμως δεν συμμετέχουμε πλέον στις ιερές ακολουθίες, αλλά στο πανηγύρι του ανταμώματος, το οποίο αποκόπηκε από τον ναό και έπαψε να σχετίζεται με τη θρησκευτική γιορτή. Ο καταπονημένος άνθρωπος της πόλης, αν και έχει και πολλές άλλες ευκαιρίες να πανηγυρίσει στις γιορτές που καθιέρωσε ως υποκατάστατα των θρησκευτικών, τηρεί την παράδοση της θρησκευτικής γιορτής κατά το τμήμα του πανηγυριού και μόνο έχοντας όμως χάσει το νόημά του. Και ήταν το νόημα, που κρατούσε ψηλά το φρόνημα των σκλάβων προγόνων μας κατά την τουρκοκρατία. Σήμερα διασκεδάζει, ενώ δεν του λείπει και τόσο η διασκέδαση. Τρώει χωρίς να του λείπει το καλό φαγητό, λόγω νηστείας ή ανέχειας στο διάστημα που προηγήθηκε της γιορτής. Το μόνο καλό που απομένει από το πνεύμα του εορτασμού του παρελθόνος είναι η κοινωνία των προσώπων, στο μέτρο που αυτή είναι ακόμη εφικτή, καθώς το «πνεύμα» του ατομισμού αφάνισε το κοινοτικό πνεύμα των προγόνων μας.

Οι μεταβολές αυτές ερμηνεύονται από πολλούς ως απόρροια των γενικότερων κοινωνικών μεταβολών. Η αλματώδης ανάπτυξη της επιστήμης και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου συνέβαλαν στο να καταστεί και ο Νεοέλληνας «ορθολογιστής», όπως και πολλοί λαοί πριν απ’ αυτόν. Η θρησκευτική πίστη φαντάζει πλέον ιδιωτική υπόθεση και πολλοί φαίνεται να έχουν την αίσθηση ότι δεν είναι αναγκαία υπό τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες. Πώς είναι δυνατόν λαός που σκέπτεται κατ’ αυτόν τον τρόπο να διατηρήσει τη διάθεση να τιμά την Παναγία; Το Ευαγγέλιο του Χριστού φαντάζει μωρία στο νου των «ορθολογιστών», όπως και στην εποχή των Αποστόλων. Η άσπορη σύλληψη του Χριστού, που αποτελεί το κεφάλαιο των δογμάτων της πίστης, γίνεται αντικείμενο χλεύης. Και στη γενική κατάπτωση εκείνο που δεν παύουμε είναι να βλασφημούμε το όνομα της Θεοτόκου!

Η Παναγία είναι για την Εκκλησία το πρότυπο της γυναίκας. Οι απεικονίσεις της μαρτυρούν το ποια πρέπει να είναι, σύμφωνα με την πίστη, η αμφίεσή της. Η σύγχρονη γυναίκα βιώνει με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας της και εκδηλώνει την ακραία αντίθεσή της προς το πρότυπο. Έχοντας πεισθεί από τους εμπαθείς επικριτές της χριστιανικής πίστης ότι αυτή θεωρεί κατώτερη τη γυναίκα σε σχέση προς τον άνδρα και αγνοώντας κατά τρόπο τραγικό ποια η θέση της γυναίκας στον αρχαίο κόσμο, επιχειρεί την επανάστασή της και πανηγυρίζει ως επιτυχία της την έσχατη υποδούλωση στον άνδρα. Η Εκκλησία δεν ανύψωσε στο ύψος της τιμής της Παναγίας άλλο ανθρώπινο πρόσωπο. Έθεσε τέρμα στην κυριαρχία του άνδρα με την καθιέρωση της μονογαμίας. Δεν κάνει τη διάκριση στις προγαμιαίες σχέσεις αναγνωρίζοντας ελαφρυντικά στον άνδρα. Ζήτησε απ’ αυτόν να αγαπά τη γυναίκα του, όπως το σώμα του. Βέβαια ο άνδρας παραβίασε ασύστολα τις εντολές αυτές στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες, ακόμη και σ’ αυτές που έχουν, εσφαλμένα, αποκληθεί χριστιανικές. Όλες οι αθλιότητες των χριστιανών ανδρών φορτώθηκαν στην χριστιανική πίστη και στον καιρό της νεωτερικότητας εμπαθείς εχθροί του Χριστού στήριξαν τον αγώνα της γυναίκας για «απελευθέρωση». Αυτή απέβαλε σταδιακά την αιδώ προς μεγάλη τέρψη του άνδρα, ο οποίος χαίρεται τον υποβιβασμό της από πρόσωπο σε σκεύος ηδονής, όπως και κατά την αρχαιότητα. Στο αστικό κόσμο η διαφήμιση είναι άρρηκτα δεμένη με τη γυμνή γυναίκα. Στο διαδίκτυο οι ιστοσελίδες πορνογραφίας γνωρίζουν τρομακτικό αριθμό επισκεπτών. Λοιδορούν οι γυναίκες στη Δύση την όντως υποταγμένη στον άνδρα μουσουλμάνα γυναίκα, η οποία όμως ευλαβείται την Θεοτόκο περισσότερο ακόμη και από τις χριστιανές γυναίκες που προσέρχονται στους ναούς! Ο σεξοτουρισμός σε υπανάπτυκτες χώρες με θύματα κορίτσια φτωχών οικογενειών γνωρίζει τρομακτική «άνθηση». Και τα θύματα αυτά έχουν μικρό προσδόκιμο ζωής. Ο άνανδρος άνδρας, από τότε που νομιμοποίησε το «δικαίωμα διαχείρισης του σώματος της γυναίκας», απαλλάχθηκε από την ευθύνη του παρελθόντος. Σήμερα η έκτρωση λύνει κατά τρόπο «ικανοποιητικό» το πρόβλημα της ανεπιθύμητης κύησης. Και η γυναίκα καυχάται πλέον για τον αριθμό των εκτρώσεων. Στην κοινωνία καλλιεργείται μεταξύ των φύλων πνεύμα ανταγωνιστικό αντί του συναγωνιστικού. Στο όνομα της ισότητας η γυναίκα επιχειρεί να δείξει ότι είναι ισάξια με τον άνδρα ακόμη και στη σωματική ρώμη και αντοχή. Κατακτά τα επαγγέλματα το ένα μετά το άλλο και θεωρεί τη μητρότητα δευτερεύουσας σημασίας σε σχέση με την κοινωνική της ανέλιξη. Σε κάποιες «χριστιανικές» κοινωνίες επέτυχε ακόμη και την αναγνώριση της ως ιέρειας. Και στη χώρα μας για διάστημα αγωνίστηκε για την κατάργηση του αβάτου στο Περιβόλι της Παναγίας! Ο άνδρας, κυρίαρχος στην πολιτική σκηνή, δεν φρόντισε να θεσπίσει την ισοκατανομή των βαρών στην οικία, τα οποία εξακολουθεί να επωμίζεται ως επί το πλείστον η εργαζόμενη γυναίκα. Και καθώς η σχέση των συζύγων δομείται σε θεμέλια άκρως εγωιστικά, η διάλυση του γάμου είναι τόσο συνήθης, ώστε πολλοί να επιχειρούν να πείσουν ότι η μονογονεϊκή οικογένεια, στην οποία συνήθως η γυναίκα αναλαμβάνει και τον ρόλο του άνδρα, είναι φυσιολογική κατάσταση υπό τις παρούσες κοινωνικές συνθήκες.

Πώς να απλώσει η Παναγία τη σκέπη της επάνω από κοινωνία, η οποία περιφρονεί τόσο προκλητικά τον λόγο του Υιού της; Πώς να γίνει γοργοϋπήκοος ή παρηγορήτρια των προσώπων που σε κοινωνία αγριότερη απ’ εκείνη των αλόγων ζώων εμμένουν εμπαθώς να καυχώνται για τα επιτεύγματα και την ελευθερία τους, ενώ καθημερινά υποδουλώνονται στα πάθη τους και στους σύγχρονους εξανδραποδιστές και βυθίζονται στο υπαρξιακό κενό; Έχει όλη τη διάθεση να συνδράμει αρκεί εμείς να συνειδητοποιήσουμε την εσφαλμένη πορεία μας και να δεχθούμε ότι είμαστε «πολλοίς συνεχόμενοι πειρασμοίς». Αν προστρέξουμε με θέρμη στη μεσιτεία της, όπως οι απλοί και πλήρεις σοφίας πρόγονοί μας, αυτή δεν θα μείνει αδιάφορη. Και η Εκκλησία βεβαιώνει ότι «πολλά ισχύει δέησις μητρός προς ευμένειαν δεσπότου».

 

«ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»

Δεκαπενταύγουστος 2017

 

‘’Πανήγυρις εστίν ο παρών βίος…’’

Είναι ένα παζάρι αυτή η ζωή. Ένας χώρος που μαζευόμαστε να πουλήσουμε και να αγοράσουμε. Ένα γεγονός για το οποίο δουλεύουμε ολοχρονίς. Μια ελπίδα ότι θα μπορέσουμε να πλασάρουμε την παραγωγή μας (όχι απαραίτητα υλική) για πώληση και τυχόν να αγοράσουμε ό,τι χρειαζόμαστε. Την παληότερη εποχή αυτή η διαδικασία γινόταν με αφορμή την γιορτή κάποιου αγίου και ονομαζόταν όπως αναφέραμε παζάρι, σήμερα γίνεται ρυθμισμένα απ΄ το καπιταλιστικό σύστημα και κάτι τέτοια ονομάζονται διεθνείς εκθέσεις. Εκεί διακινούνται εμπορεύματα και ιδέες. Προϊόντα και προτάσεις λύσεων σε θέματα εργασιακά ή τεχνικά της καθημερινότητας. Πλήθος άπειρον συγκεντρώνεται και στα μεν και στα δε. Αργόσχολοι περίεργοι, αλλά και ενδιαφερόμενοι. Άνθρωποι που προμηθεύονται χρήσιμα και αναγκαία πράγματα, αλλά και αδιάφοροι περίεργοι, που ψωνίζουν ό,τι τους γυαλίσει και δαπανούν τα χρήματά τους σε άχρηστες και ανόητες αγορές. Η όλη διαδικασία έχει σύμφυτη και την ποιότητα και την απάτη. Καθένας που πάει εκεί, πρέπει να ξέρει τι όντως θέλει και να αγοράζει ό,τι αξίζει και του χρειάζεται. Όταν τελειώσουν οι προσδιορισμένες ημέρες αυτού του αλισβερισιού, τότε ‘’ λύεται η παρούσα πανήγυρις’’ τότε τελειώνει το παζάρι και επιστρέφει καθένας στο χώρο και στο σπίτι του.

Η Παναγία πεθαίνει και οι απόστολοι (γυιοί της κατά την επισήμανση­-εντολή του Χριστού) βρίσκονται κοντά της, συμπαριστάμενοι και περιμένοντας να ακούσουν απ’  αυτήν μια ευχή και μια συμβουλή, όχι μόνον για την δική τους ζωή αλλά και για τις ζωές των ‘’πιστευσόντων δια του λόγου αυτών εις Χριστόν’’. Δηλαδή και για εκείνους που θα εμπιστευτούν τον λόγο τους και θα γίνουν μαθητές του Χριστού. Και η Παναγία, με την σοφία της αγιότητας και της ωριμότητας των καρπών του Αγίου Πνεύματος με τους οποίους είναι κατάφορτη, διδάσκει τους αποστόλους ότι ‘’Πανήγυρις εστίν ο παρών βίος…’’

Τους λέει να ‘’δώσουν’’ στους χριστιανούς ένα κριτήριο και μια ζυγαριά για την ζωή. Να τους μάθουν τι αξίζει και τι δεν αξίζει. Να τους διδάξουν να μην υποκλέπτονται από εντυπώσεις, από εξωτερικές εικόνες και τήν τυχόν ψεύτικη πραγματικότητα (virtual reality). Από στημένα σκηνικά και βιτρίνες που απατούν. Από διαφημίσεις που υπερτονίζουν και χειραγωγούν παραπλανητικά. Τους λέει, χωρίς την σκληράδα και την ωμότητα του ποιητή (‘’Ουρά παγωνιού, σε πισινό μαϊμούς, τούτος ο κόσμος’’ Γ. Παυλόπουλος), ότι θα αδικούν τους εαυτούς τους οι χριστιανοί αν γοητεύονται από την ‘’φανταχτερή πολυχρωμία’’ των ποικίλης φύσεως παγωνιών. Τους λέει να μάθουν τους χριστιανούς, να αγαπούν πάνω απ΄όλα την αλήθεια. Την αλήθεια ό,τι κι αν κοστίζει και την Αλήθεια που είναι ο Χριστός.

Τους λέει, αυτό που λίγο πολύ ξέρουν, ότι θα τελειώσει το πανηγύρι κάποια στιγμή για όλους. Για τον καθένα βεβαίως ξεχωριστά. Τότε όμως θα βρεθεί καθένας ‘’να κρατάει στα χέρια του’’ αυτά που αγόρασε και τα οποία προσδιορίζουν την ποιότητά του. Όπου ο θησαυρός σας εκεί και η καρδιά σας έχει πεί ο Χριστός. Και η ποιότητα του θησαυρού μας γίνεται ποιότητα της καρδιάς μας.

Ο Χριστός χαίρεται και ευχαριστιέται με εντελώς ιδιαίτερο τρόπο στο πρόσωπο της Παναγίας. Όχι γιατί είναι μητέρα Του αλλά γιατί είναι η γυναίκα, που είπε ολοκαρδίως ΝΑΙ στην κλήση και πρότασή Του. Η στάση της είναι περιγραφή του τι όντως σημαίνει πίστη. Μας μαθαίνει ότι πίστη είναι η αυτοπαράδοση σε μια αγάπη, που ξεπερνάει τα βιολογικά πλαίσια και εμπιστεύεται το ακατάληπτο. Είναι υλοποίηση προκαταβολική αυτού που είπε ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του στον Θωμά: Μακάριοι όσοι δεν με είδαν με τα μάτια τους (κατά βάσιν τα μάτια του μυαλού, που στον Θωμά συσχέτιζαν τον σταυρικό θάνατο με την ανάσταση) και όμως με εμπιστεύονται.

Η πίστη, πάντοτε σχεδόν, δεν υφίσταται σε καθαρή μορφή ατράνταχτης βεβαιότητας αλλά σε πίστη-σχέση, που σιγά σιγά γεννάει την αυθεντική πίστη. Φθείρει την πίστη, ο δίδυμος αδελφός της αμφιβολίας, ο φόβος. Ένα αίσθημα που εύκολα γίνεται αγωνία εγωκεντρικής αυτοεξασφάλισης και εγωϊστική προσπάθεια αποκλεισμού της αποτυχίας. Κλεισμένος ο άνθρωπος στο ‘’ατσαλένιο κουτί’’ της αυτοπροστασίας, δεν πρόκειται να συναντήσει ποτέ κανέναν. Ούτε Θεό, ούτε άνθρωπο.

Διαβάζοντας τα Ευαγγέλια, σε κάθε σχεδόν σελίδα τους βλέπουμε την προσπάθεια και τον κόπο των ανθρώπων να περάσουν από τον φόβο στην πίστη. Όταν έρχονται αντιμέτωποι με τις δυσκολίες, που τους υποβάλλουν η ζωή και ο θάνατος και νομίζουν ότι σταματάει η ευσπλαχνία του Θεού, τότε η πρώτη αντίδραση είναι ο φόβος. Ακόμα και την Παναγία χρειάστηκε να την καθησυχάσει ο άγγελος.

Το πέρασμα από τον φόβο στην πίστη, είναι Θεϊκό έργο και για να τα καταφέρουμε πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη, ξεπερνώντας τις αμφιβολίες μας. Να αμφιβάλουμε αλλά και να πιστεύουμε, ότι ο Θεός είναι πιο δυνατός από τις αμφιβολίες μας. Η χρησιμοποίηση της αμφιβολίας σαν εφαλτήριο για εμπιστοσύνη, ίσως ακούγεται παράδοξα, αλλά μέσα μας υπάρχουν διάφορα επίπεδα συνείδησης και παράδοσης στο Χριστό. Κάθε φορά που ξεπερνάμε την αμφιβολία μας, η πίστη μας ξαναγεννιέται.

Ο Χριστός στον Πέτρο, που ο φόβος του δεν μπορεί να ξεπεράσει την βιαιότητα του ανέμου και βυθίζεται και ατυχώς στην συνέχεια, ορκίζεται ότι δεν Τον γνωρίζει, του εξηγεί και μας εξηγεί (του απευθύνεται στον ενικό και συνεχίζει στον πληθυντικό: Σίμων, ο σατανάς ζήτησε να ΣΑΣ λειώσει… Λουκ. 22,31-34) ότι προσεύχεται (ο Χριστός) να μη μας εγκαταλείψει η πίστη μας.

Ο Σίμων είναι ο πρώτος που θα απομακρυνθεί και ο πρώτος που θα επιστρέψει. Και θα μας ενδυναμώνει, εμάς την κοινότητα των αδελφών του, ακριβώς γιατί είχε απομακρυνθεί. Ο Πέτρος μας μαθαίνει, ότι το να έχουμε πλήρη εμπιστοσύνη στον Χριστό δεν είναι πάντα εύκολο και ότι είναι φυσιολογικό να διστάζουμε. Και πάνω απ’ όλα τέλος, μας βεβαιώνει ανακουφιστικά, ότι: ο Χριστός είναι αλλεργικός στην αυστηρότητα.

Μία από τις προσευχές μας στην Παναγία την ονομάζει ‘’Πύλη της Ευσπλαχνίας’’. Έχει η Παναγία εμπειρία της θεϊκής ευσπλαχνίας και δέχθηκε στα σπλάχνα της την πηγή της ευσπλαχνίας, τον Ιησού Χριστό. Έζησε στενά ενωμένη μαζί Του και ξέρει ότι Εκείνος θέλει να σωθούν όλοι οι άνθρωποι. Να μη λείψει ποτέ και από κανέναν η τρυφερότητα και η παρηγοριά της πίστης. Για όλα αυτά και εμείς ονομάζουμε την Παναγία Παραμυθία-Παρηγοριά.

Άς την παρακαλέσουμε:

να μας διδάσκει την αξιολόγηση των θεμάτων της ζωής.

να μας μαθαίνει εμπράκτως την πίστη  και τον τρόπο προστασίας της και επανάκτησής της (της πίστης) μέσα στην κοινότητα των αδελφών.

να μας στηρίζε διαρκώς στον δρόμο και τον τρόπο, του πώς θα καταλάβουμε υπαρξιακά, την αγάπη του Χριστού για μας.

Εύχομαι η μητέρα όλων μας η Παναγία, να μας σκεπάζει όλους.

Ο εφημέριος σας

 

π. Θεοδόσιος

 

Η Κυρία Θεοτόκος και οι Παρακλητικοί Κανόνες

Η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία είναι θαύμα και μυστήριο που ούτε οι άγγελοι δεν μπορούν να κατανοήσουν· «εξέστη επί τούτο ο ουρανός, και τη γης κατεπλάγη τα πέρατα, ότι Θεός, ώφθη τοις ανθρώποις σωματικώς, και η γαστήρ σου γέγονεν, ευρυχωροτέρα των ουρανών· διό σε Θεοτόκε Αγγέλων και ανθρώπων ταξιαρχίαι μεγαλύνουσιν», γράφει ο ποιητής του Παρακλητικού Κανόνα. Είναι «η μετὰ Θεὸν Θεός», αναφέρει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Βέβαια, αλλού οι Πατέρες εκφράζονται με σαφήνεια, ως προς τη θέση της Παναγίας. Ο Άγιος Επιφάνιος υπογραμμίζει: «Εν τιμή έστω Μαρία, ο δε Πατήρ και Υιός και Άγιον Πνεύμα προσκυνείσθω, την Μαρίαν μηδείς προσκυνείτω».

Για το γενεαλογικό δέντρο της Κυρίας Θεοτόκου πληροφορούμαστε μέσα από το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά πως ήταν «εξ οίκου Δαυίδ». Το λεγόμενο πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου του Αδελφοθέου αναφέρει ότι ο ιερέας Ματθάν νυμφεύθηκε τη Μαρία και γέννησαν τέσσερα παιδιά• τον Ιακώβ, ο οποίος γέννησε τον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Παναγίας, τη Μαρία, η οποία γέννησε τη Σαλώμη τη μαία, τη Σοβή, η οποία γέννησε την Ελισάβετ, τη μητέρα του Τιμίου Προδρόμου, την Άννα, η οποία γέννησε τη Μαριάμ, τη Μητέρα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού.

Το όνομα Μαριάμ που της έδωσαν οι γονείς της, Ιωακείμ και Άννα, παράγεται από το εβραϊκό «Αϊός», που σημαίνει Κύριος. Επομένως, το όνομα Μαριάμ διερμηνεύεται Κυρία. Το κατ’ εξοχήν, όμως, όνομά της, είναι Θεοτόκος, γιατί είναι η Μητέρα του Θεού. Τον όρο αυτό επικύρωσε η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος της Εκκλησίας το 431. Ωστόσο, η Εκκλησία, για να εκφράσει την περισσή της αγάπη και τον μεγάλο σεβασμό που τρέφει προς την Αειπάρθενο, τής έχει προσδώσει πλήθος τιμητικών ονομάτων και επιθέτων. Πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Άγιος Νεκτάριος, ο οποίος αφιέρωσε προς τιμή της Παναγίας πέντε χιλιάδες ποιητικούς στίχους, που αποτέλεσαν το «Θεοτοκάριό» του.

Από τα Ευαγγέλια της Κ.Δ. πληροφορούμαστε ότι η Κόρη της Ναζαρέτ, δέχθηκε τον Ευαγγελισμό της από τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, επισκέφθηκε την εξαδέλφη της Ελισάβετ, η οποία ήδη κυοφορούσε τον Τίμιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, Γέννησε τον Σωτήρα του Κόσμου στη Βηθλεέμ, κατέφυγε στην Αίγυπτο, για να προστατέψει το Παιδί της από τους επίδοξους δολοφόνους, αναζητούσε τον δωδεκαετή Υιό της στα Ιεροσόλυμα, ενώ Αυτός βρισκόταν μέσα στο Ναό και διαλεγόταν με τους διδακάλους, ήταν παρούσα στο Γάμο της Κανά, όπου και μεσίτευσε προς τον Υιό της, συμπορεύτηκε με τον Κύριο έως τον Γολγοθά, και έζησε τα θεία γεγονότα της Σταύρωσης, της θεοσώμου ταφής και της ένδοξης Ανάστασης του Κυρίου, και κατόπιν την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος που έγινε στο Υπερώον κατά την ημέρα της Πεντηκοστής.

Για τη ζωή της Παναγία μας μαθαίνουμε και από την Πατερική Παράδοση, η οποία είναι τό ίδιο έγκυρη πηγή με την Αποστολική Παράδοση, της οποίας αποτελεί τη φυσική συνέχεια, βασιζόμενη στην αγιοπνευματική εμπειρία και καθοδήγηση. Το σύγγραμμα Περί Θείων Ονομάτων του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτη, τα Εγκώμια της Κοιμήσεως της Παναγίας που έγραψαν διάφοροι Άγιοι της Εκκλησίας, όπως ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο Ανδρέας Κρήτης, η Υμνολογία και η Εικονογραφία της Εκκλησίας είναι οι βασικές πηγές. Πληροφορίες βρίσκουμε, επίσης, στην Απόκρυφη διήγηση του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου περί της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρίας.

Η μακαρία Κοίμηση της Θεοτόκου, λοιπόν, έγινε το 47 μ.Χ. σε ηλικία 59 ετών ή σε ηλικία 70 περίπου ετών, δηλαδή 24 χρόνια μετά την Ανάληψη του Κυρίου. Όπως ο Αρχάγγελος Γαβριήλ τη διακόνησε καθ’ όλα τα προηγούμενα χρόνια, έτσι, και τότε, της έφερε το μήνυμα ότι σε τρεις ημέρες ο Υιός της πρόκειται να παραλάβει την πάναγνη ψυχή της. Μετά το θείο μήνυμα, η Κυρία Θεοτόκος, ανέβηκε στο Όρος των Ελαιών, όπου προσευχήθηκε προς τον Υιό και Θεό της. Κατόπιν κοινοποίησε στην Εκκλησία το αναμενόμενο γεγονός και άρχισε τις σχετικές προετοιμασίες. Την ημέρα της Κοιμήσεώς της η Χάρη του Κυρίου, υπό μορφή νεφέλης, μετέφερε τους Αποστόλους, που βρίσκονταν μακριά, στην οικία του Ευαγγελιστού Ιωάννου, στη Γεσθημανή, προκειμένου να λάβουν την ευλογία της και να ζήσουν την μακαρία Κοίμησή της. Ο Απόστολος Παύλος, ο Απόστολος Τιμόθεος, ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, καθώς και άλλοι Άγιοι και Αγίες, ήσαν επίσης παρόντες. Η Παναγία παρηγορούσε και συμβούλευε τους Αποστόλους και προσευχόταν για την σωτηρία του σύμπαντος κόσμου, έως και το πρωὶ της 15ης Αυγούστου, που ο ίδιος ο Υιός της παρέλαβε το πνεύμα της.

Τότε, «το θεοδόχον αυτής σώμα, μετά αγγελικής και αποστολικής υμνωδίας εκκομισθέν και κηδευθέν, εν σορώ τη εν Γεσθημανή κατετέθη», παρόλο που οι Ιουδαίοι παρεμπόδιζαν την αγία τελετή. Αναφέρεται δε ότι κάποιος Ιουδαίος, ο Ιεφονίας, προσπάθησε να ανακόψει τον ενταφιασμό της, με αποτέλεσμα να αποκοπούν τα χέρια του από αόρατη δύναμη. Ευτυχώς δε, ο Ιεφονίας μετανόησε και αμέσως θεραπεύτηκε. Παρόμοια τύχη είχαν όσοι προσέγγιζαν με ασέβεια την Παναγία· τυφλώνονταν, αλλά όταν μετανοούσαν ξαναέβρισκαν το φως τους.

Οι Άγιοι Απόστολοι ενταφίασαν, τελικά, το πανάγιο σκήνωμα της Θεοτόκου και παρέμειναν εκεί για τρεις μέρες, ενώ «η των αγγέλων χοροστασία και υμνωδία διέμεινεν άπαυστος». «Μετά δε την τρίτην ημέραν της αγγελικής υμνωδίας παυσαμένης, παρόντες οι απόστολοι, ενός αυτοίς απολειφθέντος και μετά την τρίτην ελθόντος και το θεοδόχον σώμα προσκυνήσαι βουληθέντος, ήνοιξαν την σορόν. Και το μεν σώμα αυτής το πανύμνητον ουδαμώς ευρείν ηδυνήθησαν, μόνα δε αυτής τα εντάφια κείμενα ευρόντες και της εξ αυτών αφάτου ευωδίας εμφορηθέντες», αναφέρει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο Εγκώμιόν του εις την πάνσεπτη Κοίμηση της Θεομήτορος.

Ο Απόστολος που απουσίαζε ανήμερα της Κοιμήσεως ήταν, κατά την Παράδοση, ο Θωμάς. Έτσι, την τρίτη ημέρα απὸ την Κοίμησή της Θεοτόκου, κατά την οποία η Παναγία έμελλε να μεταστεί σωματικώς προς τον Υιό της, ο Απόστολος Θωμάς μεταφέρθηκε από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος στη Γεθσημανή, όπου είδε την Θεοτόκο να αναλαμβάνεται στους ουρανοὺς. Τότε, η Παναγία τού παρέδωσε την Αγία Ζώνη της, η οποία φυλάσσεται ως κόρη οφθαλμού στην Ιερὰ Μονὴ Βατοπαιδίου.

Οι παρακλητικοί Κανόνες της Θεοτόκου

Της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου προηγείται κατανυκτική περίοδος δύο εβδομάδων, κατά τις οποίες τα απογεύματα εμείς οι Χριστιανοί συναγόμαστε στις εκκλησίες, για να ψάλλουμε τον Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Προστρέχουμε στην Παναγία, και ψάλλουμε τις Παρακλήσεις, γιατί πιστεύουμε ακράδαντα, μαζί με τον ποιητή της Παρακλήσεως, ότι «ουδείς προστρέχων επι σοι κατησχημένος από σου εκπορεύεται Παρθένε Θεοτόκε, αλλά αιτείται τη χάριν και λαμβάνει το δώρημα προς το συμφέρον της αιτήσεως».

Η εμπειρία μας από τις απειράριθμες ευεργεσίες που δεχτήκαμε από την Κυρία των Ουρανών δεν μας επιτρέπει να σιωπήσουμε• «ου σιωπήσωμέν ποτε, Θεοτόκε, τα δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι• ειμή γαρ συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου• σους γαρ δούλους σώζεις αεί, εκ παντοίων δεινών». «Ου κρύπτω σου τον βυθόν του ελέους και την βρύσιν των απείρων θαυμάτων…αλλά απάσιν ομολογώ και βοώ και κηρύττω και φθέγγομαι».

Ομολογούμε έμπροσθεν της Κυρίας Θεοτόκου την αμαρτωλότητά μας, εκφράζουμε προς Αυτήν την κραυγή αγωνίας, τον ψυχικό και σωματικό μας πόνο και τη θλίψη, που μας κάνουν να αισθανόμαστε πως «η ζωή μας τω Άδη προσήγγισε». Βεβαίως, όμως, δεν απελπιζόμαστε και δεν μοιρολογούμε, ως οι μη έχοντες ελπίδα, αλλά εκ βάθους καρδίας ψάλλουμε «χαράς μου την καρδίαν πλήρωσον Παρθένε… της αμαρτίας την λύπη εξαφανίσασα». Εναποθέτουμε όλες μας τις ελπίδες σε Αυτή, γιατί γνωρίζουμε, εκ πείρας, ότι πραγματικά είναι φιλεύσπλαχνη και ότι ως Μητέρα του Θεού είναι πηγή ελέους, το μόνο καταφύγιο του κόσμου και «μεσιτεία προς τον Ποιητή αμετάθετος». Επιπλέον, την παρακαλούμε να κυβερνήσει τη ζωή μας, και ως «άρρηκτον τείχος και προστασία» και «φρουρά ασφαλεστάτη» που είναι να μας διαφυλάξει από «των δαιμόνων τα τοξεύματα», που μας περικυκλώνουν, και τα οποία δεν μπορούμε από μόνοι μας να αντιμετωπίσουμε. Έτσι εμείς οι Χριστιανοί ζούμε αληθινά το Πάσχα του καλοκαιριού.

Τις μέρες αυτές, λοιπόν, ψάλλονται εναλλάξ μέχρι και το απόγευμα της 13ης Αυγούστου, εκτός των Εσπερινών των Σαββάτων και της Εορτής της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, ο Μικρός Παρακλητικός Κανόνας, που είναι έργο-ποίημα ενός υμνογράφου με το όνομα Θεοστήρικτος Μοναχός, κατά κόσμο Θεοφάνης, και ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας, που είναι ποίημα του Θεοδώρου Β΄ του Λασκάρεως, Αυτοκράτορα της Νικαίας, ο οποίος έζησε τον 13ο αιώνα.

Για τον υμνογράφο του Μικρού Παρακλητικού, μοναχό Θεοστήρικτο, δεν έχουμε άλλα στοιχεία ταυτότητας. Για τον ποιητή του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα, Θεόδωρο Β΄ γνωρίζουμε πως ήταν παιδί του Αγίου Ιωάννη Βατάτζη και της Ειρήνης Λάσκαρη. Αναφέρεται ότι ο Αυτοκράτορας Θεόδωρος είχε μία πάθηση, η οποία του προκαλούσε βαριά κατάθλιψη, και από την οποία προσευχόταν να απαλλαγεί. Μάλιστα, φαίνεται ότι κάποτε είχε παραμελήσει τον πνευματικό του αγώνα, γι’ αυτό και επαναλάμβανε συνεχώς τη φράση «εγκατέλιπόν σε Χριστέ». Οι προσευχές του, λοιπόν, έλαβαν τη μορφή Παρακλήσεως προς την Παναγία όταν γνώρισε τη Βασίλισσα της Ηπείρου, Αγία Θεοδώρα, η οποία ευλαβείτο πολύ την Θεοτόκο. Απ’ αυτήν έμαθε στις δύσκολες στιγμές, και ιδίως όταν τον κατέβαλλε η θλίψη, να απευθύνεται προς την Παναγία και να την παρακαλεί να του καταπραϋνει το άλγος και να του μεταδώσει τη θεία χαρά και παρηγοριά. Στον Παρακλητικό αυτό Κανόνα «διεκτραγωδούνται τα παθήματα και τα βάσανα μιας ψυχής…, όπου εις βασιλεύς Έλλην, διωγμένος, πολεμημένος, στενοχωρημένος, από Λατίνους και Άραβας και τους ιδικούς του, διεκτραγωδεί προς την Παναγίαν τους ιδίους πόνους του, και τους διωγμούς, όσους υπέφερεν από τα στίφη των βαρβάρων, τα οποία ονομάζει ΄΄νέφη΄΄», σημειώνει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Η Παράκληση του Θεοδώρου Β’ διαδόθηκε στις Ιερές Μονές της περιοχής, όπου καταρτίστηκε ως ακολουθία, και από εκεί εξαπλώθηκε σε όλο το Βυζάντιο ως ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.

Η εναλλακτική τέλεση των δύο ιερών Παρακλήσεων οφείλεται, μάλλον, στις ιστορικές συγκυρίες που σημάδεψαν το Βυζάντιο το έτος 1261. Εκείνη τη χρονιά, λοιπόν, επί Αυτοκρατορίας του Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγου, έγινε ανακατάληψη της Βασιλεύουσας χωρίς αιματοχυσίες και το γεγονός αυτό αποδόθηκε στην θαυματουργική παρέμβαση της Θεοτόκου. Τότε, ο Μιχαήλ θέλησε να εισέλθει στην Πόλη εν πομπή και να αναπέμψει ευχαριστίες προς την Παναγία. Ωστόσο, επειδή εκείνη την περίοδο ψαλλόταν στις εκκλησίες ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας του Θεοδώρου Β΄, έπρεπε να εξεβρεθεί μία ενδιάμεση λύση. Τότε προτάθηκε να χρησιμοποιείται και ο αρχαιότερος Μικρός Παρακλητικός Κανόνας προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Από τότε, λοιπόν, η χρήση του Μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα γίνεται μόνο κατά την Νηστεία του Δεκαπενταυγούστου.

Η τέλεση, λοιπόν, των Παρακλητικών Κανόνων, που, σημειωτέον, εντάσσεται μεταξύ των δύο μεγάλων εορτών της Εκκλησίας, της Αναστάσεως και των Χριστουγέννων, γίνεται προκειμένου να αναπέμψουμε δεήσεις και ικεσίες προς την Παναγία, την μόνη μας μεσίτρια προς τον Φιλάνθρωπο Θεό, ώστε να μας δοθεί έλεος και δύναμη να ανεβούμε το Γολγοθά μας, όπου και βιώνεται η ανείπωτη Χαρά της Αναστάσεως. Γιατί η Ανάσταση δεν υπάρχει πέρα από τον Σταυρό, αλλά χαρίζεται εκεί πάνω, στον Σταυρό.

Ας αποδώσουμε τις πρέπουσες τιμές και ας παρακαλέσουμε, λοιπόν, και εμείς, όπως ο σπουδαιότατος κήρυκας Ηλίας Μηνιάτης (1669-1714) την Κυρία Θεοτόκο: «Κεχαριτωμένη, Δεδοξασμένη, Παντάνασσα, από την άφθονον εκείνην ηλιοβολίαν του θείου φωτός οπού χαίρεσαι, παρισταμένη εκ δεξιών του μονογενούς σου Υιού, πέμψον εδώ κάτω και εις ημάς τους ευλαβείς δούλους σου μίαν μακαρίαν ακτίνα, οπού να είναι και φως εις τον εσκοτισμένον μας νουν και φλόγα εις την ψυχραμένην μας θέλησιν, διά να βλέπωμεν να περιπατούμεν σπουδαίοι εις την οδόν των θείων δικαιωμάτων. Ημείς, μετά Θεόν, εις εσέ του Θεού την Μητέρα και Μητέρα ημών έχομεν την ελπίδα της σωτηρίας μας• από σε ελπίζομεν τας νίκας της γαληνοτάτης Αυθεντίας, τα τρόπαια των Ευσεβών Βασιλέων• την στερέωσιν της Εκκλησίας• την αντίληψιν του Ορθοδόξου γένους• την σκέπην της ευλαβούς του ταύτης πολιτείας, οπού είναι αφιερωμένη εις την άμαχόν σου βοήθειαν. Ναι, Παναγία Παρθένε, ναι, Μαρία, όνομα οπού είναι η χαρά, η παρηγορία, το καύχημα των Χριστιανών• δέξου την νηστείαν και παράκλησιν των αγίων τούτων ημερών, οπού εκάμαμε εις τιμήν σου, ως θυμίαμα ευπρόσδεκτον• και αξίωσόν μας, καθώς εδώ εις την Εκκλησίαν ευλαβώς ασπαζόμεθα την αγίαν και θαυματουργόν ταύτην εικόνα, έτζι και εκεί εις τον Παράδεισον να ιδούμεν αυτό το μακάριόν σου πρόσωπον, το οποίον να προσκυνούμεν συν τω Πατρί και τω Υιώ και τω αγίω Πνεύματι, εις τους απεράντους αιώνας. Αμήν».

Πηγή: http://www.churchofcyprus.org.cy/print.php?type=article&id=1859